Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Πόνος και Οστικό Οίδημα στη Μαγνητική Τομογραφία. Παρουσίαση Περιστατικών.

 

Οστικό Οίδημα ή Οίδημα - Βλάβη του μυελού των οστών, είναι οι όροι που χρησιμοποιούνται για τα μη φυσιολογικά σήματα που παρατηρούνται στην μαγνητική τομογραφία (MRI). Είναι ένα μη ειδικό αλλά σημαντικό απεικονιστικό εύρημα, που συνήθως υποδηλώνει την παρουσία υποκείμενης παθολογίας.

Το οίδημα του μυελού των οστών εμφανίζεται όταν συσσωρεύεται υγρό στην σπογγώδη εσωτερική δομή των οστών, προκαλώντας πόνο και λειτουργική διαταραχή. Αυτή η άθροιση υγρού συνήθως προκύπτει από βλάβη στα μικρά αιμοφόρα αγγεία των οστών, που εκδηλώνεται ως αυξημένη τοπική πίεση και πόνος.

Το οίδημα του μυελού των οστών διαγιγνώσκεται μέσω της MRI. Όταν ένας ασθενής βιώνει παρατεταμένο πόνο και οι κλασικές διαγνωστικές μέθοδοι, όπως οι ακτινογραφίες ή οι αξονικές τομογραφίες, δεν δείχνουν την πηγή του πόνου, τότε η MRI χρειάζεται για να αποκλείσει ή να δείξει την παρουσία του οιδήματος.

Εάν διαγνωστεί έγκαιρα, η συντηρητική αντιμετώπιση συχνά μπορεί να επιτύχει πλήρη ανάρρωση. Ωστόσο, εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, μπορεί να επιδεινώσει υποκείμενα προβλήματα και ενδεχομένως να προκαλέσει βλάβη στον χόνδρο των παρακείμενων αρθρώσεων, οδηγώντας σε μόνιμα προβλήματα.

Η έννοια του οιδήματος του μυελού των οστών ως οντότητας ανιχνεύσιμης με MRI οφείλεται στην πρωτοποριακή εργασία των AJ Wilson et al. το 1988 που ερμήνευσαν αυτές τις αλλαγές στην ένταση του σήματος ως αύξηση της περιεκτικότητας σε νερό στο μεσοκυττάριο χώρο του μυελού των οστών.

Ο όρος οίδημα είναι, ωστόσο, παραπλανητικός, καθώς το «οίδημα» υπονοεί ότι υπάρχει μόνο περίσσεια υγρού, ενώ στην πραγματικότητα, εντός των περιοχών του λεγόμενου οιδήματος, μπορεί να υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία διεργασιών, όπως έμφραγμα, αιμορραγία, διήθηση φλεγμονωδών κυττάρων, ίνωση και υπεραγγείωση.

Το αλλοιωμένο σήμα στην MRI πιθανώς σχετίζεται με την εκτόπιση του φυσιολογικού λιπώδους μυελού των οστών από ένα υλικό πλούσιο σε νερό ή σε αυξημένη αγγείωση των ιστών, αν και ο πραγματικός ιστοπαθολογικός μηχανισμός του οστικού οιδήματος παραμένει άγνωστος. Στα φλεγμονώδη αίτια, όπως π.χ. στην Αγκυλοποιητική Σπονδυλαρθρίτιδα, υπάρχει αυξημένη αγγείωση και κυτταρικότητα, που αποτελείται κυρίως από κύτταρα του ανοσοποιητικού (Τ και Β κύτταρα και μακροφάγα). Αντίθετα, στο οστικό οίδημα σε περιπτώσεις προχωρημένης Οστεοαρθρίτιδας παρατηρείται μειωμένη αιμάτωση, πάχυνση της υποχόνδριας πλάκας και αυξημένη οστική απορρόφηση. Στην Οστεονέκρωση παρατηρήθηκαν επίσης παρόμοιες αλλοιώσεις, χωρίς ωστόσο αυτές οι ιστολογικές και μοριακές αλλαγές να συνδέονται με το υποχόνδριο οστούν.

Το οίδημα μυελού των οστών, χαρακτηρίζεται από οστικό πόνο και την εμφάνιση υψηλής έντασης σήματος στις Τ2 και STIR ακολουθίες της MRI. Μπορεί να σχετίζεται με τραύμα ή με μια ποικιλία μη τραυματικών παθήσεων. Το οίδημα μυελού των οστών σήμερα αναγνωρίζεται όχι απλώς ως μια καλοήθης, αυτοπεριοριζόμενη πάθηση, αλλά και ως ένα σημαντικό προειδοποιητικό σημάδι που μπορεί να υποδηλώνει την εξέλιξη προς σοβαρές, μακροχρόνιες, παθήσεις, όπως το σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου (complex regional pain syndrome: CRPS ή αλγοδυστροφία ή σύνδρομο Sudeck,) την αρθρίτιδα (υποχόνδριο κάταγμα ανεπάρκειας) ή ακόμα και την οστεονέκρωση .

Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να ταξινομηθεί αιτιολογικά σε πρωτοπαθές και δευτεροπαθές.

Πρωτοπαθές (Αυθόρμητο) Οίδημα Μυελού των Οστών

Σε αυτόν τον τύπο, δεν υπάρχει εμφανής ασθένεια ή τραύμα. Παρ' όλα αυτά, οι ασθενείς βιώνουν εντοπισμένο και σημαντικό πόνο, μια πάθηση γνωστή ως Σύνδρομο Οιδήματος Μυελού των Οστών ή Παροδική Οστεοπόρωση του ισχίου ή Περιοχική Μεταναστευτική Οστεοπόρωση, όροι αλληλοεπικαλυπτόμενοι στη βιβλιογραφία που δημιουργούν σύγχυση και δυσκολία στη συλλογή δεδομένων όσον αφορά την επιδημιολογία, τη πορεία του κλπ.

Εμφανίζεται κυρίως σε άτομα μέσης ηλικίας και είναι πιο συχνό στους άνδρες. Πιθανότατα προκαλείται από βλάβη των ενδοστικών αγγείων, όπως απόφραξη της φλεβικής εκροής, αυξημένη ενδοοστική πίεση και διαταραχή της οστικής ανακατασκευής.

Δευτερογενές Οίδημα Μυελού των Οστών

Το δευτερογενές οίδημα προκύπτει ως συνέπεια ενός άλλου υποκείμενου προβλήματος υγείας. Συχνές αιτίες περιλαμβάνουν: 1. Τραυματικά αίτια όπως κάταγμα κόπωσης, διάστρεμμα, κακώσεις μηνίσκου ή χόνδρου και επαναλαμβανόμενες καταπονήσεις. 2. Αυτοάνοσες παθήσεις, όπως η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα (ΡA), που μπορεί να προκαλούν οστεΐτιδα που δηλώνει ενεργή φλεγμονή. Στη ΡΑ το οστικό οίδημα θεωρείται προγνωστικός δείκτης για τη μελλοντική διάβρωση των οστών, αφού συχνά προηγείται της εμφάνισης μόνιμων βλαβών στις αρθρώσεις. Στην αξονική σπονδυλαρθρίτιδα εμφανίζεται χαρακτηριστικά στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις και στη σπονδυλική στήλη, υποδεικνύοντας ενεργή νόσο. Ενώ στην Ψωριασική Αρθρίτιδα προκαλεί οίδημα κυρίως στα σημεία πρόσφυσης των τενόντων (ενθεσίτιδα) και γύρω από τις αρθρώσεις. 3. Φάρμακα ή παθήσεις που επηρεάζουν την οστική θρέψη, όπως η νεφρική ανεπάρκεια, η χρήση κορτικοστεροειδών και χημειοθεραπείας. 4. Υποαιμάτωση όπως στη δρεπανοκυτταρική αναιμία, αλλά και Οστεονέκρωση λόγω διαταραχής της οστικής κυκλοφορίας. 5. Λοιμώδεις αιτίες όπως στην οστεομυελίτιδα, τη σπονδυλοδισκίτιδα και τη σηπτική αρθρίτιδα. 6. Μετεγχειρητικά αίτια. 7. Νεοπλάσματα. 8. Νευροπαθητική αρθροπάθεια.

 


 

Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να αναπτυχθεί σε διάφορα οστά, αλλά είναι πιο συχνό σε αρθρώσεις που φέρουν βάρος, όπως το ισχίο, το γόνατο ή την ποδοκνημική.

Στο γόνατο συνήθως προσβάλλονται οι μηριαίοι και κνημιαίοι κόνδυλοι και η επιγονατίδα.

Στο ισχίο μπορεί να εμφανιστεί στη μηριαία κεφαλή κυρίως, όπου μάλιστα μπορεί να υποδηλώνει σοβαρές παθήσεις όπως η Άσηπτη Νέκρωση ή η Παροδική Οστεοπόρωση. Η παροδική και η Μεταναστευτική Οστεοπόρωση (ισχίο και γόνατο) συνήθως υποχωρούν εντός 3-12 μηνών, αλλά προκαλούν σημαντικό πόνο και προβλήματα κινητικότητας ενώ μπορεί να καταλήξουν σε κατάγματα ευθραυστότητας εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα. Στους υπερδραστήριους ασθενείς, όπως αθλητές, μπορεί επίσης να συμβούν Κατάγματα Καταπόνησης του Μηριαίου Αυχένα που αρχικά μπορεί να παρουσιαστούν ως οστικό οίδημα κι ενδεχομένως να εξελιχθούν σε πλήρη κατάγματα εάν συνεχιστεί η καταπόνηση.

Τα οστά της ποδοκνημικής και του ποδιού μπορεί επίσης να προσβληθούν μετά από διαστρέμματα ή τραυματισμούς από πρόσκρουση, ειδικά στον αστράγαλο, συνήθως σε άτομα με έντονη φυσική δραστηριότητα όπως αθλητές και χορευτές.

Στη Σπονδυλική στήλη συνήθως εμφανίζεται στους οσφυϊκούς και θωρακικούς σπονδύλους και συχνά συνδέεται με τραύμα, οστεοπόρωση ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις σε δίσκους και ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις. Το οίδημα εδώ μπορεί μερικές φορές να προηγείται των σπονδυλικών καταγμάτων.

Τα ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ περιλαμβάνουν επίμονο εν τω βάθει πόνο, δυσκαμψία και μερικές φορές ύδραρθρο.

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ επιβεβαιώνεται με MRI, αλλά και αξονική τομογραφία καταμέτρησης φωτονίων, όπου αντενδείκνυται η MRI, σε περιπτώσεις επίμονου πόνου, ιδίως κατά τη φόρτιση του σκέλους. Όσο πιο διάχυτο με ακαθόριστα όρια είναι το σήμα, τόσο οι εικόνες συνάδουν με το Σύνδρομο οιδήματος του οστικού μυελού. Αντίθετα, όσο πιο εντοπισμένο με γεωγραφικά χαρακτηριστικά τότε παραπέμπει σε πιθανή οστεονέκρωση, με την οποία μπορεί να μοιάζει στα αρχικά στάδια και πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση, η οποία επιτυγχάνεται με την επαναληπτική MRI και κύριο κλινικό χαρακτηριστικό την υποχώρηση ή επιμονή του πόνου. Εάν υπάρχει υποψία για υποκείμενη ρευματική, λοιμώδη ή μεταβολική διαταραχή, μπορεί επίσης να χρειαστούν εξετάσεις αίματος.

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ εξαρτάται από τη σοβαρότητα, τη θέση και την υποκείμενη αιτία του οστικού οιδήματος. Οι περιπτώσεις πρώιμου σταδίου συχνά αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Ωστόσο, εάν δεν αντιμετωπιστεί, το οίδημα μπορεί να εξελιχθεί, οδηγώντας σε εξασθένηση των οστών, βλάβη στον χόνδρο, σε κατάγματα και κατακερματισμό των αρθρώσεων.

Η Ανάπαυση και η αποφόρτιση είναι η βάση της θεραπείας για τις αρθρώσεις που φέρουν βάρος γι’ αυτό συνήθως συνιστώνται πατερίτσες.

Η Φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει τα αντιφλεγμονώδη, το Ασβέστιο και τη Βιταμίνη D, τα αντιοστεολυτικά φάρμακα (διφωσφονικά και δενοσουμάμπη) και την Ιλοπρόστη, το αγγειοδραστικό ανάλογο της προστακυκλίνης, η οποία μπορεί να επιλεγεί σε δύσκολες περιπτώσεις αφού απαιτεί αργή ενδοφλέβια χορήγηση ολίγων ημερών (Οι πνευμονολόγοι την χρησιμοποιούν σε περιπτώσεις πνευμονικής υπέρτασης).

Επιπλέον φάρμακα μπορεί να είναι απαραίτητα εάν εμπλέκονται αυτοάνοσες ή μεταβολικές παθήσεις. Για παράδειγμα στις ρευματοπάθειες, η χορήγηση βιολογικών παραγόντων (π.χ. anti-TNF) μπορεί να μειώσει ή και να εξαφανίσει το οίδημα.

Οι Φυσικοθεραπευτικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν μαγνητικά πεδία, κρουστικούς υπερήχους (extracorporeal shockwave therapy) ή θεραπεία με λέιζερ μπορούν να βοηθήσουν την κυκλοφορία και να επιταχύνουν την απορρόφηση των υγρών. Οι ασκήσεις ενδυνάμωσης βοηθούν στη μείωση της πίεσης στις αρθρώσεις, ενώ οι τεχνικές διόρθωσης στάσης και βάδισης μπορούν να αποτρέψουν τα μη φυσιολογικά πρότυπα φόρτισης.

Οι χειρουργικοί τρυπανισμοί είναι απαραίτητοι για την αντιμετώπιση σοβαρών ή επίμονων περιπτώσεων, ιδίως όταν συνδυάζονται με έγχυση αναγεννητικών παραγόντων όπως συμπύκνωμα αιμοπεταλίων (PRP), βλαστοκύτταρα ή εξωσώματα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, ο επίμονος πόνος στις αρθρώσεις χρήζει αξιολόγησης. Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή βλάβη στις αρθρώσεις, γι αυτό απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση, για τη διάκριση για παράδειγμα, του παροδικού και αυτοϊώμενου αλλά και του πιο σοβαρού που σχετίζεται, για παράδειγμα, με την οστεονέκρωση της μηριαίας κεφαλής.

 

 Η παρουσίαση:

https://www.facebook.com/reel/27022338320728816 


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Οστεοπόρωση πριν την Εμμηνόπαυση


 

Η προεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση είναι μια σχετικά σπάνια κατάσταση, καθώς οι περισσότερες γυναίκες διατηρούν την οστική τους μάζα μέχρι την εμμηνόπαυση χάρη στα οιστρογόνα.

Πρόκειται για μια συχνά υποδιαγνωσμένη πάθηση που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική πυκνότητα (BMD), εύθραυστα οστά και οφείλεται τις περισσότερες φορές σε υποκείμενες δευτερογενείς αιτίες και όχι στην πάροδο της ηλικίας.

Η πάθηση χωρίζεται κυρίως σε δύο μορφές στην Ιδιοπαθή και την Δευτεροπαθή.

Η Ιδιοπαθής δεν έχει εμφανή υποκείμενη αιτία ή μπορεί να έχει κληρονομικό υπόβαθρο, ενώ η Δευτεροπαθής αποτελεί την πλειονότητα των περιπτώσεων και οφείλεται σε άλλες παθήσεις ή παράγοντες. Τα αίτια της Δευτεροπαθούς αφορούν: 1. Διατροφικές διαταραχές, όπως η Νευρική ανορεξία, που προκαλεί ορμονικές ανισορροπίες. 2. Μακροχρόνια λήψη Φαρμάκων, όπως Κορτιζόνη, Αντιεπιληπτικά ή Ηπαρίνη. 3. Ορμονικές διαταραχές όπως αμηνόρροια, υπερθυρεοειδισμός, υπερπαραθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing, Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, ορμονική αντισύλληψη, κύηση και γαλουχία. 4. Παθήσεις του πεπτικού όπως Φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, Κοιλιοκάκη και Βαριατρικές επεμβάσεις που εμποδίζουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών. 6.Ρευματικές παθήσεις. 7. Μη υγιεινός τρόπος ζωής, όπως χαμηλή πρόσληψη Ασβεστίου και Πρωτεΐνης, Έλλειψη βιταμίνης D, Κάπνισμα, Αλκοόλ και Καθιστική ζωή.

Σε αντίθεση με την μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση, η ΔΙΑΓΝΩΣΗ στις νεότερες γυναίκες βασίζεται στην ύπαρξη καταγμάτων μικρής βίας, που είναι και το πιο ισχυρό διαγνωστικό κριτήριο, στο Z-score της οστικής πυκνομετρίας (DXA) και στην ύπαρξη υποκείμενων παραγόντων κινδύνου.

Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στη Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας (DXA) γίνεται σύγκριση με συνομήλικες και αξιολογείται το Z-score και όχι το T-score. Ένα Z-score ≤ -2.0 ορίζεται ως «χαμηλή οστική πυκνότητα για την ηλικία». Ένα χαμηλό Z-score από μόνο του ωστόσο δεν ορίζεται ως Οστεοπόρωση. Η διάγνωση της Οστεοπόρωσης τίθεται συνήθως αν συνυπάρχει κάταγμα μικρής βίας ή σοβαρή δευτεροπαθής αιτία.

Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η σχέση μεταξύ της οστικής πυκνότητας (BMD), όπως βασίζεται στα T-scores που προέρχονται από σαρώσεις απορρόφησης ακτίνων Χ διπλής ενέργειας (DXA), και του κινδύνου κατάγματος είναι σαφής και καλά εδραιωμένη. Ωστόσο οι διαγνωστικές κατηγορίες και τα όρια παρέμβασής τους δεν ταιριάζουν αυτόματα και στις νεότερες προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, καθώς τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα είναι περιορισμένα. Η εξέταση BMD συστήνεται μόνο για τις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που υπέστησαν κάταγμα ευθραυστότητας, ώστε να προσδιοριστεί η πιθανή συμβολή της χαμηλής οστικής μάζας στον κίνδυνο κατάγματος και επίσης να καθοριστεί μια αρχική τιμή για την παρακολούθησή της. Η εξέταση BMD ενδείκνυται επίσης εάν υπάρχει κάποια ασθένεια ή χρησιμοποιείται κάποιο φάρμακο που είναι γνωστό ότι σχετίζεται με οστική απώλεια ή όταν χορηγείται φαρμακευτική θεραπεία.

Ωστόσο στην Ελλάδα, όπου οι συσκευές DXA είναι προσιτές και προσβάσιμες, μερικές νεαρές γυναίκες υποβάλλονται σε προληπτική μέτρηση και ο κλινικός ιατρός οφείλει να μπορεί να ερμηνεύσει αυτά τα αποτελέσματα και να συμβουλεύσει κατάλληλα.

Η οστική πυκνότητα σε οποιαδήποτε στιγμή στην ενήλικη ζωή είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων: της μέγιστης οστικής πυκνότητας που επιτυγχάνεται στη νεαρή ηλικία και της οστικής απώλειας μέχρι τη στιγμή της αξιολόγησης. Στη μέτρηση DXA είναι κρίσιμο να διαπιστωθεί εάν το αποτέλεσμα οφείλεται σε χαμηλή μέγιστη οστική μάζα ή σε ενεργό απώλεια οστικής μάζας καθώς η ευθραυστότητα των οστών μπορεί να είναι διαφορετική. Μία μόνο χαμηλή μέτρηση DXA - BMD μπορεί να υποδηλώνει μη βέλτιστη επίτευξη μέγιστης οστικής μάζας ή υπερβολική προηγούμενη ή τρέχουσα απώλεια οστικής μάζας. Η μη βέλτιστη μέγιστη οστική μάζα μπορεί να υποδηλώνεται από ένα ισχυρό οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης, μια γνωστή παιδική νόσο, την ύπαρξη κάποιας δευτερογενούς αιτίας και μια τρέχουσα σταθερή οστική μάζα, εάν υπάρχουν διαθέσιμες διαδοχικές μετρήσεις. Ως γνωστόν υπάρχουν σκελετικές διαταραχές ή μεταβολικές οστικές ασθένειες εκτός από την οστεοπόρωση, αν και σπάνιες, που μπορεί να παρουσιάζουν χαμηλή οστική μάζα και ευθραυστότητα, π.χ. οστεομαλακία ή διάφορα γενετικά σύνδρομα όπως η ατελής οστεογένεση. Ενώ η μη βέλτιστη επίτευξη μέγιστης οστικής μάζας μπορεί να αντιπροσωπεύει έναν σταθερό κύκλο χαμηλής οστικής εναλλαγής, αντίθετα η ενεργός απώλεια οστικής μάζας μπορεί να σχετίζεται με υψηλό κύκλο οστικής εναλλαγής και μεγαλύτερο κίνδυνο κατάγματος.

Οι δείκτες οστικού μεταβολισμού μπορεί να είναι χρήσιμοι στην περίπτωση που δεν υπάρχει σύγκριση με προηγούμενη DXA - BMD, όπου θα φανεί τυχόν σταθερότητα ή επιδείνωση, καθώς μπορούν να παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με πιθανή ενεργό απώλεια οστού και υψηλό κύκλο εναλλαγής. Σε πολλούς ασθενείς, ένα λεπτομερές ιστορικό και κλινική εξέταση, καθώς και ένας βασικός έλεγχος εξετάσεων αίματος, μπορεί να βοηθήσουν στη διάγνωση ώστε να εντοπιστεί η πιθανή αιτία της υπερβολικής οστικής απώλειας. Σε επιλεγμένες ασθενείς η περαιτέρω αξιολόγηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει εκτός τους βιοδείκτες, τη βιοψία της λαγόνιας ακρολοφίας και τη μέτρηση του trabecular bone score (TBS).

Η ΠΡΟΛΗΨΗ περιλαμβάνει Περπάτημα και Ασκήσεις με αντιστάσεις για την ενίσχυση μυών και οστών, ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες και ασβέστιο, διατήρηση επιπέδων βιταμίνης D, διακοπή καπνίσματος και περιορισμό του αλκοόλ.

Στη ΘΕΡΑΠΕΙΑ η αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου είναι πρωταρχικής σημασίας εάν η οστεοπόρωση είναι δευτεροπαθής.

Η Φαρμακευτική Αγωγή χορηγείται σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου καταγμάτων και περιλαμβάνει χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D, και πιθανώς Διφωσφονικά ή Τεριπαρατίδη, των οποίων η χορήγηση πρέπει να εξετάζεται με προσοχή και κατά περίπτωση, ιδίως σε μια ενδεχόμενη μελλοντική εγκυμοσύνη. Τα στοιχεία σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι περιορισμένα, ειδικά για τα κατάγματα ευθραυστότητας, καθώς οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονται σε ασθενείς μετά την εμμηνόπαυση. Τα Διφωσφονικά είναι αποτελεσματικά στη 2παθή οστεοπόρωση, ωστόσο δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και την πρόληψη καταγμάτων σε αυτήν την ομάδα. Η Τεριπαρατίδη έχει μελετηθεί σε περιπτώσεις ιδιοπαθούς οστεοπόρωσης και προτιμάται σε περιπτώσεις πολύ υψηλού κινδύνου με πολλαπλά κατάγματα. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα και εμπειρία με την Denosumab σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη σε γυναίκες υψηλού καταγματικού κινδύνου, με δυσανεξία ή μη ανταπόκριση στα Διφωσφονικά. Το Romosozumab έχει χρησιμοποιηθεί σε λίγες μεμονωμένες περιπτώσεις και σπάνια λαμβάνεται υπόψη λόγω έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε νεότερες γυναίκες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η χαμηλή οστική μάζα και η ιδιοπαθής οστεοπόρωση είναι ασυνήθιστες σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση. Η προγνωστική σχέση μεταξύ της χαμηλής οστικής μάζας και του κινδύνου κατάγματος είναι ασαφής στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες Σε αντίθεση με την Οστεοπόρωση στις μεγαλύτερες γυναίκες, η διάγνωση στις προεμμηνοπαυσιακές δεν βασίζεται μόνο στη χαμηλή οστική πυκνότητα, αλλά κυρίως στην ύπαρξη ενός κατάγματος μικρής βίας ή τον καταγματικό κίνδυνο λόγω συνυπαρχόντων παραγόντων.

Ο βαθμός απώλειας οστικής μάζας στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ορίζεται από ο DXA Z-score. Ένα χαμηλό Z-score (≤ -2.0) από μόνο του ωστόσο δεν ορίζεται ως Οστεοπόρωση. Η αρχική διαγνωστική προσέγγιση θα πρέπει να επιχειρεί να εντοπίσει δευτερογενείς αιτίες και να διακρίνει μεταξύ χαμηλής μέγιστης οστικής μάζας και ενεργού απώλειας οστικής μάζας. Οι βιοχημικοί δείκτες των οστών μπορεί να είναι χρήσιμοι εάν είναι διαθέσιμη μόνο μία σάρωση DXA και δεν υπάρχει σύγκριση. Τα από του στόματος Διφωσφονικά και η Τεριπαρατίδη, ειδικά στο πλαίσιο της Οστεοπόρωσης που προκαλείται από Κορτιζόνη, είναι οι μόνες θεραπείες ειδικές για τα οστά που έχουν εγκριθεί από τον FDA για νεαρές ενήλικες γυναίκες.

Βιβλιογραφία:

Khushboo Agarwal et al. Approach to premenopausal osteoporosis. Curr Opin

Endocrinol Diabetes Obes. 2025 Dec 1;32(6):251-257.

Cohen A. Premenopausal osteoporosis. Endocrinol Metab Clin North Am. 2017

Mar;46(1):117-133.

Conradie Μ. Premenopausal osteoporosis. A guide to assessment and

treatment. deNovo Medica 2021.

Pepe J, et al. Osteoporosis in Premenopausal Women: A Clinical Narrative

Review by the ECTS and the IOF Free. The Journal of Clinical Endocrinology &

Metabolism, Volume 105, Issue 8, August 20

20, Pages 2487–2506.

 

https://www.myoskeletiko.com/4110-osteoporosi-prin-tin-emminopafsi-konstantina-koyrou-xeiroyrgos-orthopaidikos-epimelitria-a-orthopaidikis-klinikis-errikos-dynan-drkkourou-gmail-com.html