Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Πτερυγοειδής Ωμοπλάτη.

 


Η Πτερυγοειδής Ωμοπλάτη (ΠΩ) χαρακτηρίζεται από προπέτεια και μη φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης που οφείλεται σε νευρική βλάβη, μυϊκή αδυναμία ή παθολογία των οστών και των αρθρώσεων.

Η ωμοπλάτη προεξέχει χαρακτηριστικά και απομακρύνεται από το θωρακικό τοίχωμα μοιάζοντας με πτερύγιο (φτερό) λόγω ανισορροπίας των μυών που τη σταθεροποιούν. Οι σταθεροποιητικοί μύες της ωμοπλάτης είναι ο πρόσθιος οδοντωτός, ο τραπεζοειδής, ο μείζων και ο ελάσσων ρομβοειδής, ο ανελκτήρας της ωμοπλάτης και ο ελάσσων θωρακικός.

Η έσω πτερύγωση της ωμοπλάτης οφείλεται συνήθως σε αδυναμία του πρόσθιου οδοντωτού μυός, η οποία συχνά προκαλείται από βλάβη στο μακρό θωρακικό νεύρο. Αντιθέτως, η έξω πτερύγωση προκύπτει από δυσλειτουργία του τραπεζοειδούς ή των ρομβοειδών μυών, συνήθως λόγω νευρικής βλάβης στο παραπληρωματικό (spinal accessory) ή το ραχιαίο νεύρο της ωμοπλάτης αντίστοιχα.

Το μακρό θωρακικό νεύρο (γνωστό και ως νεύρο του Bell) είναι ένα κινητικό νεύρο του βραχιονίου πλέγματος που εκφύεται από τις αυχενικές ρίζες Α5, Α6 και Α7. Πορεύεται ανάμεσα στους σκαληνούς, κατεβαίνει στην έσω πλευρά της μασχάλης και συνεχίζει κατά μήκος του πλάγιου θωρακικού τοιχώματος με μοναδική λειτουργία τη νεύρωση του πρόσθιου οδοντωτού. Λόγω της μεγάλης και επιφανειακής του διαδρομής, είναι ευάλωτο σε κακώσεις.

Το παραπληρωματικό νεύρο (ενδέκατο κρανιακό νεύρο ή ΧΙ εγκεφαλική συζυγία) είναι επίσης αμιγώς κινητικό νεύρο. Ελέγχει την κίνηση του κεφαλιού και των ώμων νευρώνοντας δύο βασικούς μύες: τον στερνοκλειδομαστοειδή (στροφή και πλάγια κλίση του κεφαλιού) και τον τραπεζοειδή (ανύψωση ώμου).

Το ραχιαίο ωμοπλατιαίο νεύρο (dorsal scapular) ξεκινά από την πέμπτη αυχενική ρίζα, πορεύεται μέσα από τον μέσο σκαληνό μυ στον τράχηλο και κατεβαίνει προς την ωμοπλάτη. Νευρώνει τους ρομβοειδείς μύες και τον ανελκτήρα της ωμοπλάτης.

 


Η ΠΩ είναι μια σπάνια πάθηση και οι περισσότερες περιπτώσεις οφείλονται σε βλάβες που αφορούν τον πρόσθιο οδοντωτό και τον τραπεζοειδή μυ, ενώ σπανιότερα τους ρομβοειδείς μύες, οι οποίοι συμβάλλουν στη διατήρηση της ωμοπλάτης σε προσαγωγή.

Η ΠΩ μπορεί να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα τραυματισμού, ιατρογενούς βλάβης, ριζοπάθειας ή βραχιόνιας νευρίτιδας ή και σπανιότερες παθήσεις των μυών. Ειδικά η βραχιόνιος νευρίτιδα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς χωρίς εμφανή τραυματική αιτιολογία ή παθολογία από τον αυχένα, οι οποίοι έχουν υποστεί προηγούμενη ανοσολογική προσβολή ή φλεγμονώδη αντίδραση.

 


Η συχνότερη ΑΙΤΙΑ ΠΩ είναι η ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΙΟΥ ΟΔΟΝΤΩΤΟΥ ΜΥΟΣ, λόγω βλάβης του μακρού θωρακικού νεύρου. Οι κακώσεις του νεύρου μπορεί να αφορούν άμεση πλήξη, συμπίεση, έλξη ή και διατομή λόγω πτώσεων από ύψος, τροχαίου ατυχήματος ή αθλητικής-επαγγελματικής κάκωσης.

Τις περισσότερες φορές πρόκειται για νευραπραξία μετά από θλάση π.χ. στα αθλήματα επαφής ή διάταση λόγω στροφής του αυχένα με κατάσπαση του ώμου, π.χ. στα αθλήματα ρίψης. Παράλυση του πρόσθιου οδοντωτού μυός έχει επίσης αναφερθεί μετά από χρήση βαριών σακιδίων πλάτης ή δραστηριότητες που απαιτούν επαναλαμβανόμενες εργασίες με τα χέρια υψωμένα. Τα ιατρογενή αίτια κυμαίνονται από κάκωση λόγω πίεσης του μακρού θωρακικού νεύρου π.χ. εξαιτίας της θέσης του σώματος κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, ή τη διατομή του π.χ. κατά την αφαίρεση λεμφαδένων.

Στα πιθανά σημεία πίεσης του μακρού θωρακικού νεύρου περιλαμβάνονται ο μέσος σκαληνός μυς, η πρώτη πλευρά, το διάστημα μεταξύ της κλείδας και της δεύτερης πλευράς καθώς και η κάτω γωνία της ωμοπλάτης. Η υπεράριθμη πλευρά ή μια ινώδης ταινία στο πρώτο μεσοπλεύριο διάστημα επίσης θα μπορούσε να προκαλέσει νευροπάθεια εκ πιέσεως κατά την απαγωγή και την έξω στροφή του άνω άκρου. Η παράλυση του μυός μπορεί επίσης να σχετίζεται με Α7 ριζοπάθεια, βραχιόνιο νευρίτιδα, συστημικό ερυθηματώδη λύκο, νόσο του Lyme (τσίμπημα από τσιμπούρι) ή ιογενείς λοιμώξεις.

Η ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΟΕΙΔΟΥΣ ΜΥΟΣ είναι συνήθως νευρογενούς αιτιολογίας και οφείλεται σε κάκωση του παραπληρωματικού νεύρου. Η επιφανειακή πορεία του νεύρου στο οπίσθιο τρίγωνο του τραχήλου επίσης το καθιστά ευάλωτο σε κακώσεις. Μπορεί να συμβούν ελκτικές κακώσεις από τροχαία ατυχήματα και πτώσεις από ύψος, αλλά και συμπίεση του νεύρου από κακώσεις στα αθλήματα επαφής και τους επαγγελματικούς τραυματισμούς. Επίσης βλάβες μπορεί να προκληθούν από τραυματισμούς από πυροβόλα όπλα, νύσσοντα ή τέμνοντα εργαλεία και δαγκώματα. Το νεύρο μπορεί επίσης να τραυματιστεί κατά τη διάρκεια επεμβάσεων στην περιοχή του τραχήλου.

Η κάκωση του ραχιαίου νεύρου της ωμοπλάτης οδηγεί σε ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΡΟΜΒΟΕΙΔΩΝ ΜΥΩΝ.   Η παγίδευση του νεύρου λόγω υπερτροφίας του μέσου σκαληνού μυός αποτελεί τη συχνότερη αιτία. Άλλα αίτια περιλαμβάνουν την αυχενική ριζοπάθεια Α5, τα τροχαία ατυχήματα ή την άρση βαρέων αντικειμένων που μπορεί να προκαλέσουν έλξη ή αποσπαστική κάκωση της Α5 νευρικής ρίζας.

ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗ ΑΙΤΙΑ ΠΩ μπορεί επίσης να προκύψουν λόγω διαταραχής του ωμοβραχιόνιου ρυθμού εξαιτίας καταγμάτων, αρθρίτιδας ή αστάθειας της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης, ρήξεων του τενόντιου στροφικού πετάλου, συμφυτικής ή υπακρωμιακής θυλακίτιδας και μετατραυματικού παγωμένου ώμου. Η απώλεια κίνησης της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης σε αυτές τις παθήσεις αντισταθμίζεται με την ωμοπλατιο-θωρακική «άρθρωση», οπότε η ωμοπλάτη ανασπάται, ώστε το χέρι να κερδίζει ύψος. Ωστόσο οι σταθεροποιητικοί μύες της ωμοπλάτης τις περισσότερες φορές κουράζονται, «πιάνονται» και η ωμοπλάτη «στραβώνει» πιο έντονα.

 


ΚΛΙΝΙΚΑ οι ασθενείς μπορεί να έχουν πόνο στον ώμο ή στην πλάτη. Αναφέρουν επίσης μυϊκή αδυναμία, ειδικά όταν ανυψώνουν το χέρι πάνω από το επίπεδο του ώμου. Οι ασθενείς εμφανίζουν δυσκολία με τις καθημερινές δραστηριότητες ή με ασκήσεις πάνω από το κεφάλι, και οι αθλητές που χρησιμοποιούν συχνά κινήσεις πάνω από το κεφάλι μπορεί να αναφέρουν περιορισμούς.

Οι ασθενείς με προεξέχουσα ωμοπλάτη μπορεί να περιγράψουν δυσφορία όταν κάθονται σε σκληρές επιφάνειες ή κατά τη διάρκεια μεγάλων περιόδων οδήγησης. Η αδυναμία των μυών που προκαλούν την πτερύγωση μπορεί να προκαλέσει μυϊκές κράμπες και πόνο στην περιοχή γύρω από την ωμοπλάτη.

Κατά τον ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΜΥΪΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ εξετάζονται οι μύες του άνω άκρου μήπως η πάθηση αφορά τις νευρικές ρίζες ή το βραχιόνιο πλέγμα. Πιο ειδικά η δύναμη του τραπεζοειδούς μυός μπορεί να ελεγχθεί μέσω της ανύψωσης της ωμοπλάτης υπό αντίσταση. Η λειτουργία των ρομβοειδών μυών και του ανελκτήρα της ωμοπλάτης αξιολογείται ζητώντας από τον ασθενή να τοποθετήσει και τα δύο χέρια στα ισχία και να ωθήσει τους αγκώνες προς τα πίσω, ασκώντας αντίσταση. Η ισχύς του πρόσθιου οδοντωτού μυός μπορεί να εκτιμηθεί με κάμψη του ώμου προς τα εμπρός στις 90°, ενώ ο ασθενής πιέζει τον τοίχο ή εκτελεί κάμψεις (push-ups). Μερικές φορές μπορεί να χρειαστούν μερικές επαναλήψεις, γιατί η αδυναμία του πρόσθιου οδοντωτού μπορεί να μην εμφανιστεί άμεσα αλλά μετά από πολλαπλές επαναλήψεις λόγω κόπωσης.

 

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ περιλαμβάνει την διαπίστωση της προπέτειας προς τα πίσω της ωμοπλάτης και τη μη φυσιολογική κίνησή της κατά την κλινική εξέταση, όπως η υπερβολική έσω ή έξω μετατόπισή της. Η πιο απλή κίνηση για να φανεί η δυσλειτουργία της είναι να ζητηθεί από τον ασθενή να σπρώξει τα τεντωμένα χέρια του μπροστά σα να θέλει να ωθήσει κάποιο αντικείμενο. Η πάθηση μπορεί να περάσει απαρατήρητη ως εύκολη κόπωση του άνω άκρου ή να επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία του, όπως την ικανότητα ανύψωσης, ώθησης και έλξης αντικειμένων, καθώς και την εκτέλεση δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής, οπότε και χρειάζεται  άμεση αναγνώριση για την πρόληψη μακροχρόνιας αναπηρίας.

Ο αρχικός διαγνωστικός έλεγχος της ΠΩ θα πρέπει να περιλαμβάνει ακτινογραφίες αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, θώρακα, ώμου και ωμοπλάτης, οι οποίες θα αποκλείσουν επικουρικές πλευρές, νόσο του αυχένα, καταγμάτων ή άλλων οστικών αλλοιώσεων. Η μαγνητική τομογραφία θα δείξει καλύτερα νόσο του αυχενικού δίσκου, ρήξεις του στροφικού πετάλου και αστάθεια του ώμου.

Ο ΗΛΕΚΤΡΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ με Ηλεκτρομυογράφημα (ΗΜΓ) και ταχύτητες αγωγιμότητας των νεύρων (ΑΤΑ-ΚΤΑ) είναι συμπληρωματικές εξετάσεις για τυχόν επιβεβαίωση των ευρημάτων της κλινικής εξέτασης.

Τα συνήθη πάσχοντα νεύρα, το μακρό θωρακικό, το παραπληρωματικό και το ραχιαίο νεύρο της ωμοπλάτης δεν απομονώνονται εύκολα για να μετρηθούν οι ταχύτητες αγωγής τους, ωστόσο το ηλεκτρομυογράφημα μπορεί να δείξει απονευρωτικά στοιχεία από τους αντίστοιχους μύες, να αποκλείσει ριζιτιδική συμμετοχή ή προσβολή του βραχιονίου πλέγματος.

Στο ΗΜΓ χρησιμοποιείται βελόνα. Ωστόσο, η λήψη δειγμάτων από τους εν λόγω μύες μπορεί να παρουσιάζει τεχνικές δυσκολίες και να ενέχει κινδύνους επιπλοκών, π.χ. πνευμοθώρακα. Επί αμφιβολίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΜΥΩΝ για την ασφαλέστερη τοποθέτηση της βελόνας.

Το υπερηχογράφημα μπορεί επίσης να εντοπίσει άμεσα και με αξιοπιστία ανωμαλίες στους μύες που εμπλέκονται στη σταθεροποίηση της ωμοπλάτης, όπως π.χ. την ανάδειξη ατροφίας ή λιπώδους διήθησης σε σύγκριση μεταξύ των δύο πλευρών.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η έγκαιρη διάγνωση και η διαφοροποίηση μεταξύ του έσω και του έξω τύπου είναι σημαντική για τον καθορισμό της κατάλληλης αντιμετώπισης, η οποία κυμαίνεται από συντηρητικές παρεμβάσεις, όπως η φυσικοθεραπεία και οι ασκήσεις, έως τη χειρουργική αντιμετώπιση, ανάλογα με την υποκείμενη αιτιολογία.

Στη νευραπραξία, την πιο απλή βλάβη του νεύρου, που είναι η συχνότερη αιτία ΠΩ και συχνά υποχωρεί εντός εβδομάδων ή μηνών, η βασική θεραπεία είναι συντηρητική με αναλγητικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και φυσικοθεραπεία, με στόχο τη διατήρηση του εύρους κίνησης του ώμου και την πρόληψη της δυσκαμψίας. Η χορήγηση κορτιζόνης και βιταμινών συμπλέγματος Β ίσως βοηθήσει.

Η ακινητοποίηση του ώμου με χειρολάβο (φάκελο ανάρτησης) μπορεί να είναι ωφέλιμη κατά την οξεία φάση για τον έλεγχο του πόνου, αλλά πρέπει να αποφεύγεται για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσκαμψία.

Σε σοβαρότερες κακώσεις όπου το νεύρο έχει υποστεί αξονότμηση ή νευρότμηση, όπως π.χ. μετά από εμμένουσα συμπίεση, κακώσεις έλξης ή τραυματισμούς από αιχμηρά εργαλεία απαιτείται χειρουργική διερεύνηση με νευρόλυση (απελευθέρωση), συρραφή ή και μεταμόσχευση νεύρου.

Εάν η πάθηση δεν έχει βελτιωθεί, μετά τα δύο έτη μπορεί να χρειαστεί δυναμική μεταφορά μυός. Η παράλυση του πρόσθιου οδοντωτού μυός μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη μεταφορά του μείζονος θωρακικού πιθανώς και με ενίσχυση αυτομοσχεύματος ή ακόμα και αρθρόδεση της ωμοπλατιοθωρακικής άρθρωσης π.χ. με στερέωση της ωμοπλάτης στις πλευρές με χρήση συρμάτων. Η παράλυση του τραπεζοειδούς μυός που δεν ανταποκρίνεται στη συντηρητική αγωγή ή τη διερεύνηση του νεύρου μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη δυναμική μεταφορά μυών κατά Eden-Lange, δηλαδή τη μετατόπιση της πρόσφυσης στην έξω πλευρά της ωμοπλάτης των ρομβοειδών και του ανελκτήρα της ωμοπλάτης.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, η πτερυγοειδής ωμοπλάτη είναι μια σπάνια πάθηση που όμως προκαλεί δυσλειτουργία στο άνω άκρο και αισθητική παραμόρφωση. Συνήθως το ιστορικό και η κλινική εξέταση αρκούν για τη διάγνωση και την έναρξη της θεραπείας και πράγματι οι περισσότερες περιπτώσεις βελτιώνονται με τη συντηρητική αντιμετώπιση. Ωστόσο στη διαφορική διάγνωση πρέπει να περιλαμβάνονται σπανιότερες παθήσεις όπως μυϊκή δυστροφία και μυοπάθειες, αλλά και συμμετοχή του αυχένα ή του βραχιόνιου πλέγματος. Ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος είναι χρήσιμος για την εκτίμηση της βαρύτητας της κατάστασης και την ανάδειξη κεντρικής νευρικής συμμετοχής, ενώ είναι αρνητικός στις περιπτώσεις που η πάθηση οφείλεται στη δυσλειτουργία του ώμου λόγω παθήσεων των οστών, της άρθρωσης ή των τενόντων της ωμικής ζώνης.

 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Πόνος και Οστικό Οίδημα στη Μαγνητική Τομογραφία. Παρουσίαση Περιστατικών.

 

Οστικό Οίδημα ή Οίδημα - Βλάβη του μυελού των οστών, είναι οι όροι που χρησιμοποιούνται για τα μη φυσιολογικά σήματα που παρατηρούνται στην μαγνητική τομογραφία (MRI). Είναι ένα μη ειδικό αλλά σημαντικό απεικονιστικό εύρημα, που συνήθως υποδηλώνει την παρουσία υποκείμενης παθολογίας.

Το οίδημα του μυελού των οστών εμφανίζεται όταν συσσωρεύεται υγρό στην σπογγώδη εσωτερική δομή των οστών, προκαλώντας πόνο και λειτουργική διαταραχή. Αυτή η άθροιση υγρού συνήθως προκύπτει από βλάβη στα μικρά αιμοφόρα αγγεία των οστών, που εκδηλώνεται ως αυξημένη τοπική πίεση και πόνος.

Το οίδημα του μυελού των οστών διαγιγνώσκεται μέσω της MRI. Όταν ένας ασθενής βιώνει παρατεταμένο πόνο και οι κλασικές διαγνωστικές μέθοδοι, όπως οι ακτινογραφίες ή οι αξονικές τομογραφίες, δεν δείχνουν την πηγή του πόνου, τότε η MRI χρειάζεται για να αποκλείσει ή να δείξει την παρουσία του οιδήματος.

Εάν διαγνωστεί έγκαιρα, η συντηρητική αντιμετώπιση συχνά μπορεί να επιτύχει πλήρη ανάρρωση. Ωστόσο, εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, μπορεί να επιδεινώσει υποκείμενα προβλήματα και ενδεχομένως να προκαλέσει βλάβη στον χόνδρο των παρακείμενων αρθρώσεων, οδηγώντας σε μόνιμα προβλήματα.

Η έννοια του οιδήματος του μυελού των οστών ως οντότητας ανιχνεύσιμης με MRI οφείλεται στην πρωτοποριακή εργασία των AJ Wilson et al. το 1988 που ερμήνευσαν αυτές τις αλλαγές στην ένταση του σήματος ως αύξηση της περιεκτικότητας σε νερό στο μεσοκυττάριο χώρο του μυελού των οστών.

Ο όρος οίδημα είναι, ωστόσο, παραπλανητικός, καθώς το «οίδημα» υπονοεί ότι υπάρχει μόνο περίσσεια υγρού, ενώ στην πραγματικότητα, εντός των περιοχών του λεγόμενου οιδήματος, μπορεί να υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία διεργασιών, όπως έμφραγμα, αιμορραγία, διήθηση φλεγμονωδών κυττάρων, ίνωση και υπεραγγείωση.

Το αλλοιωμένο σήμα στην MRI πιθανώς σχετίζεται με την εκτόπιση του φυσιολογικού λιπώδους μυελού των οστών από ένα υλικό πλούσιο σε νερό ή σε αυξημένη αγγείωση των ιστών, αν και ο πραγματικός ιστοπαθολογικός μηχανισμός του οστικού οιδήματος παραμένει άγνωστος. Στα φλεγμονώδη αίτια, όπως π.χ. στην Αγκυλοποιητική Σπονδυλαρθρίτιδα, υπάρχει αυξημένη αγγείωση και κυτταρικότητα, που αποτελείται κυρίως από κύτταρα του ανοσοποιητικού (Τ και Β κύτταρα και μακροφάγα). Αντίθετα, στο οστικό οίδημα σε περιπτώσεις προχωρημένης Οστεοαρθρίτιδας παρατηρείται μειωμένη αιμάτωση, πάχυνση της υποχόνδριας πλάκας και αυξημένη οστική απορρόφηση. Στην Οστεονέκρωση παρατηρήθηκαν επίσης παρόμοιες αλλοιώσεις, χωρίς ωστόσο αυτές οι ιστολογικές και μοριακές αλλαγές να συνδέονται με το υποχόνδριο οστούν.

Το οίδημα μυελού των οστών, χαρακτηρίζεται από οστικό πόνο και την εμφάνιση υψηλής έντασης σήματος στις Τ2 και STIR ακολουθίες της MRI. Μπορεί να σχετίζεται με τραύμα ή με μια ποικιλία μη τραυματικών παθήσεων. Το οίδημα μυελού των οστών σήμερα αναγνωρίζεται όχι απλώς ως μια καλοήθης, αυτοπεριοριζόμενη πάθηση, αλλά και ως ένα σημαντικό προειδοποιητικό σημάδι που μπορεί να υποδηλώνει την εξέλιξη προς σοβαρές, μακροχρόνιες, παθήσεις, όπως το σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου (complex regional pain syndrome: CRPS ή αλγοδυστροφία ή σύνδρομο Sudeck,) την αρθρίτιδα (υποχόνδριο κάταγμα ανεπάρκειας) ή ακόμα και την οστεονέκρωση .

Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να ταξινομηθεί αιτιολογικά σε πρωτοπαθές και δευτεροπαθές.

Πρωτοπαθές (Αυθόρμητο) Οίδημα Μυελού των Οστών

Σε αυτόν τον τύπο, δεν υπάρχει εμφανής ασθένεια ή τραύμα. Παρ' όλα αυτά, οι ασθενείς βιώνουν εντοπισμένο και σημαντικό πόνο, μια πάθηση γνωστή ως Σύνδρομο Οιδήματος Μυελού των Οστών ή Παροδική Οστεοπόρωση του ισχίου ή Περιοχική Μεταναστευτική Οστεοπόρωση, όροι αλληλοεπικαλυπτόμενοι στη βιβλιογραφία που δημιουργούν σύγχυση και δυσκολία στη συλλογή δεδομένων όσον αφορά την επιδημιολογία, τη πορεία του κλπ.

Εμφανίζεται κυρίως σε άτομα μέσης ηλικίας και είναι πιο συχνό στους άνδρες. Πιθανότατα προκαλείται από βλάβη των ενδοστικών αγγείων, όπως απόφραξη της φλεβικής εκροής, αυξημένη ενδοοστική πίεση και διαταραχή της οστικής ανακατασκευής.

Δευτερογενές Οίδημα Μυελού των Οστών

Το δευτερογενές οίδημα προκύπτει ως συνέπεια ενός άλλου υποκείμενου προβλήματος υγείας. Συχνές αιτίες περιλαμβάνουν: 1. Τραυματικά αίτια όπως κάταγμα κόπωσης, διάστρεμμα, κακώσεις μηνίσκου ή χόνδρου και επαναλαμβανόμενες καταπονήσεις. 2. Αυτοάνοσες παθήσεις, όπως η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα (ΡA), που μπορεί να προκαλούν οστεΐτιδα που δηλώνει ενεργή φλεγμονή. Στη ΡΑ το οστικό οίδημα θεωρείται προγνωστικός δείκτης για τη μελλοντική διάβρωση των οστών, αφού συχνά προηγείται της εμφάνισης μόνιμων βλαβών στις αρθρώσεις. Στην αξονική σπονδυλαρθρίτιδα εμφανίζεται χαρακτηριστικά στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις και στη σπονδυλική στήλη, υποδεικνύοντας ενεργή νόσο. Ενώ στην Ψωριασική Αρθρίτιδα προκαλεί οίδημα κυρίως στα σημεία πρόσφυσης των τενόντων (ενθεσίτιδα) και γύρω από τις αρθρώσεις. 3. Φάρμακα ή παθήσεις που επηρεάζουν την οστική θρέψη, όπως η νεφρική ανεπάρκεια, η χρήση κορτικοστεροειδών και χημειοθεραπείας. 4. Υποαιμάτωση όπως στη δρεπανοκυτταρική αναιμία, αλλά και Οστεονέκρωση λόγω διαταραχής της οστικής κυκλοφορίας. 5. Λοιμώδεις αιτίες όπως στην οστεομυελίτιδα, τη σπονδυλοδισκίτιδα και τη σηπτική αρθρίτιδα. 6. Μετεγχειρητικά αίτια. 7. Νεοπλάσματα. 8. Νευροπαθητική αρθροπάθεια.

 


 

Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να αναπτυχθεί σε διάφορα οστά, αλλά είναι πιο συχνό σε αρθρώσεις που φέρουν βάρος, όπως το ισχίο, το γόνατο ή την ποδοκνημική.

Στο γόνατο συνήθως προσβάλλονται οι μηριαίοι και κνημιαίοι κόνδυλοι και η επιγονατίδα.

Στο ισχίο μπορεί να εμφανιστεί στη μηριαία κεφαλή κυρίως, όπου μάλιστα μπορεί να υποδηλώνει σοβαρές παθήσεις όπως η Άσηπτη Νέκρωση ή η Παροδική Οστεοπόρωση. Η παροδική και η Μεταναστευτική Οστεοπόρωση (ισχίο και γόνατο) συνήθως υποχωρούν εντός 3-12 μηνών, αλλά προκαλούν σημαντικό πόνο και προβλήματα κινητικότητας ενώ μπορεί να καταλήξουν σε κατάγματα ευθραυστότητας εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα. Στους υπερδραστήριους ασθενείς, όπως αθλητές, μπορεί επίσης να συμβούν Κατάγματα Καταπόνησης του Μηριαίου Αυχένα που αρχικά μπορεί να παρουσιαστούν ως οστικό οίδημα κι ενδεχομένως να εξελιχθούν σε πλήρη κατάγματα εάν συνεχιστεί η καταπόνηση.

Τα οστά της ποδοκνημικής και του ποδιού μπορεί επίσης να προσβληθούν μετά από διαστρέμματα ή τραυματισμούς από πρόσκρουση, ειδικά στον αστράγαλο, συνήθως σε άτομα με έντονη φυσική δραστηριότητα όπως αθλητές και χορευτές.

Στη Σπονδυλική στήλη συνήθως εμφανίζεται στους οσφυϊκούς και θωρακικούς σπονδύλους και συχνά συνδέεται με τραύμα, οστεοπόρωση ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις σε δίσκους και ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις. Το οίδημα εδώ μπορεί μερικές φορές να προηγείται των σπονδυλικών καταγμάτων.

Τα ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ περιλαμβάνουν επίμονο εν τω βάθει πόνο, δυσκαμψία και μερικές φορές ύδραρθρο.

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ επιβεβαιώνεται με MRI, αλλά και αξονική τομογραφία καταμέτρησης φωτονίων, όπου αντενδείκνυται η MRI, σε περιπτώσεις επίμονου πόνου, ιδίως κατά τη φόρτιση του σκέλους. Όσο πιο διάχυτο με ακαθόριστα όρια είναι το σήμα, τόσο οι εικόνες συνάδουν με το Σύνδρομο οιδήματος του οστικού μυελού. Αντίθετα, όσο πιο εντοπισμένο με γεωγραφικά χαρακτηριστικά τότε παραπέμπει σε πιθανή οστεονέκρωση, με την οποία μπορεί να μοιάζει στα αρχικά στάδια και πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση, η οποία επιτυγχάνεται με την επαναληπτική MRI και κύριο κλινικό χαρακτηριστικό την υποχώρηση ή επιμονή του πόνου. Εάν υπάρχει υποψία για υποκείμενη ρευματική, λοιμώδη ή μεταβολική διαταραχή, μπορεί επίσης να χρειαστούν εξετάσεις αίματος.

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ εξαρτάται από τη σοβαρότητα, τη θέση και την υποκείμενη αιτία του οστικού οιδήματος. Οι περιπτώσεις πρώιμου σταδίου συχνά αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Ωστόσο, εάν δεν αντιμετωπιστεί, το οίδημα μπορεί να εξελιχθεί, οδηγώντας σε εξασθένηση των οστών, βλάβη στον χόνδρο, σε κατάγματα και κατακερματισμό των αρθρώσεων.

Η Ανάπαυση και η αποφόρτιση είναι η βάση της θεραπείας για τις αρθρώσεις που φέρουν βάρος γι’ αυτό συνήθως συνιστώνται πατερίτσες.

Η Φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει τα αντιφλεγμονώδη, το Ασβέστιο και τη Βιταμίνη D, τα αντιοστεολυτικά φάρμακα (διφωσφονικά και δενοσουμάμπη) και την Ιλοπρόστη, το αγγειοδραστικό ανάλογο της προστακυκλίνης, η οποία μπορεί να επιλεγεί σε δύσκολες περιπτώσεις αφού απαιτεί αργή ενδοφλέβια χορήγηση ολίγων ημερών (Οι πνευμονολόγοι την χρησιμοποιούν σε περιπτώσεις πνευμονικής υπέρτασης).

Επιπλέον φάρμακα μπορεί να είναι απαραίτητα εάν εμπλέκονται αυτοάνοσες ή μεταβολικές παθήσεις. Για παράδειγμα στις ρευματοπάθειες, η χορήγηση βιολογικών παραγόντων (π.χ. anti-TNF) μπορεί να μειώσει ή και να εξαφανίσει το οίδημα.

Οι Φυσικοθεραπευτικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν μαγνητικά πεδία, κρουστικούς υπερήχους (extracorporeal shockwave therapy) ή θεραπεία με λέιζερ μπορούν να βοηθήσουν την κυκλοφορία και να επιταχύνουν την απορρόφηση των υγρών. Οι ασκήσεις ενδυνάμωσης βοηθούν στη μείωση της πίεσης στις αρθρώσεις, ενώ οι τεχνικές διόρθωσης στάσης και βάδισης μπορούν να αποτρέψουν τα μη φυσιολογικά πρότυπα φόρτισης.

Οι χειρουργικοί τρυπανισμοί είναι απαραίτητοι για την αντιμετώπιση σοβαρών ή επίμονων περιπτώσεων, ιδίως όταν συνδυάζονται με έγχυση αναγεννητικών παραγόντων όπως συμπύκνωμα αιμοπεταλίων (PRP), βλαστοκύτταρα ή εξωσώματα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, ο επίμονος πόνος στις αρθρώσεις χρήζει αξιολόγησης. Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή βλάβη στις αρθρώσεις, γι αυτό απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση, για τη διάκριση για παράδειγμα, του παροδικού και αυτοϊώμενου αλλά και του πιο σοβαρού που σχετίζεται, για παράδειγμα, με την οστεονέκρωση της μηριαίας κεφαλής.

 

 Η παρουσίαση:

https://www.facebook.com/reel/27022338320728816