Η Πτερυγοειδής Ωμοπλάτη (ΠΩ) χαρακτηρίζεται από προπέτεια και μη φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης που οφείλεται σε νευρική βλάβη, μυϊκή αδυναμία ή παθολογία των οστών και των αρθρώσεων.
Η ωμοπλάτη προεξέχει χαρακτηριστικά και απομακρύνεται από το θωρακικό τοίχωμα μοιάζοντας με πτερύγιο (φτερό) λόγω ανισορροπίας των μυών που τη σταθεροποιούν. Οι σταθεροποιητικοί μύες της ωμοπλάτης είναι ο πρόσθιος οδοντωτός, ο τραπεζοειδής, ο μείζων και ο ελάσσων ρομβοειδής, ο ανελκτήρας της ωμοπλάτης και ο ελάσσων θωρακικός.
Η έσω πτερύγωση της ωμοπλάτης οφείλεται συνήθως σε αδυναμία του πρόσθιου οδοντωτού μυός, η οποία συχνά προκαλείται από βλάβη στο μακρό θωρακικό νεύρο. Αντιθέτως, η έξω πτερύγωση προκύπτει από δυσλειτουργία του τραπεζοειδούς ή των ρομβοειδών μυών, συνήθως λόγω νευρικής βλάβης στο παραπληρωματικό (spinal accessory) ή το ραχιαίο νεύρο της ωμοπλάτης αντίστοιχα.
Το μακρό θωρακικό νεύρο (γνωστό και ως νεύρο του Bell) είναι ένα κινητικό νεύρο του βραχιονίου πλέγματος που εκφύεται από τις αυχενικές ρίζες Α5, Α6 και Α7. Πορεύεται ανάμεσα στους σκαληνούς, κατεβαίνει στην έσω πλευρά της μασχάλης και συνεχίζει κατά μήκος του πλάγιου θωρακικού τοιχώματος με μοναδική λειτουργία τη νεύρωση του πρόσθιου οδοντωτού. Λόγω της μεγάλης και επιφανειακής του διαδρομής, είναι ευάλωτο σε κακώσεις.
Το παραπληρωματικό νεύρο (ενδέκατο κρανιακό νεύρο ή ΧΙ εγκεφαλική συζυγία) είναι επίσης αμιγώς κινητικό νεύρο. Ελέγχει την κίνηση του κεφαλιού και των ώμων νευρώνοντας δύο βασικούς μύες: τον στερνοκλειδομαστοειδή (στροφή και πλάγια κλίση του κεφαλιού) και τον τραπεζοειδή (ανύψωση ώμου).
Το ραχιαίο ωμοπλατιαίο νεύρο (dorsal scapular) ξεκινά από την πέμπτη αυχενική ρίζα, πορεύεται μέσα από τον μέσο σκαληνό μυ στον τράχηλο και κατεβαίνει προς την ωμοπλάτη. Νευρώνει τους ρομβοειδείς μύες και τον ανελκτήρα της ωμοπλάτης.
Η ΠΩ είναι μια σπάνια πάθηση και οι περισσότερες περιπτώσεις οφείλονται σε βλάβες που αφορούν τον πρόσθιο οδοντωτό και τον τραπεζοειδή μυ, ενώ σπανιότερα τους ρομβοειδείς μύες, οι οποίοι συμβάλλουν στη διατήρηση της ωμοπλάτης σε προσαγωγή.
Η ΠΩ μπορεί να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα τραυματισμού, ιατρογενούς βλάβης, ριζοπάθειας ή βραχιόνιας νευρίτιδας ή και σπανιότερες παθήσεις των μυών. Ειδικά η βραχιόνιος νευρίτιδα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς χωρίς εμφανή τραυματική αιτιολογία ή παθολογία από τον αυχένα, οι οποίοι έχουν υποστεί προηγούμενη ανοσολογική προσβολή ή φλεγμονώδη αντίδραση.
Η συχνότερη ΑΙΤΙΑ ΠΩ είναι η ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΙΟΥ ΟΔΟΝΤΩΤΟΥ ΜΥΟΣ, λόγω βλάβης του μακρού θωρακικού νεύρου. Οι κακώσεις του νεύρου μπορεί να αφορούν άμεση πλήξη, συμπίεση, έλξη ή και διατομή λόγω πτώσεων από ύψος, τροχαίου ατυχήματος ή αθλητικής-επαγγελματικής κάκωσης.
Τις περισσότερες φορές πρόκειται για νευραπραξία μετά από θλάση π.χ. στα αθλήματα επαφής ή διάταση λόγω στροφής του αυχένα με κατάσπαση του ώμου, π.χ. στα αθλήματα ρίψης. Παράλυση του πρόσθιου οδοντωτού μυός έχει επίσης αναφερθεί μετά από χρήση βαριών σακιδίων πλάτης ή δραστηριότητες που απαιτούν επαναλαμβανόμενες εργασίες με τα χέρια υψωμένα. Τα ιατρογενή αίτια κυμαίνονται από κάκωση λόγω πίεσης του μακρού θωρακικού νεύρου π.χ. εξαιτίας της θέσης του σώματος κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, ή τη διατομή του π.χ. κατά την αφαίρεση λεμφαδένων.
Στα πιθανά σημεία πίεσης του μακρού θωρακικού νεύρου περιλαμβάνονται ο μέσος σκαληνός μυς, η πρώτη πλευρά, το διάστημα μεταξύ της κλείδας και της δεύτερης πλευράς καθώς και η κάτω γωνία της ωμοπλάτης. Η υπεράριθμη πλευρά ή μια ινώδης ταινία στο πρώτο μεσοπλεύριο διάστημα επίσης θα μπορούσε να προκαλέσει νευροπάθεια εκ πιέσεως κατά την απαγωγή και την έξω στροφή του άνω άκρου. Η παράλυση του μυός μπορεί επίσης να σχετίζεται με Α7 ριζοπάθεια, βραχιόνιο νευρίτιδα, συστημικό ερυθηματώδη λύκο, νόσο του Lyme (τσίμπημα από τσιμπούρι) ή ιογενείς λοιμώξεις.
Η ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΟΕΙΔΟΥΣ ΜΥΟΣ είναι συνήθως νευρογενούς αιτιολογίας και οφείλεται σε κάκωση του παραπληρωματικού νεύρου. Η επιφανειακή πορεία του νεύρου στο οπίσθιο τρίγωνο του τραχήλου επίσης το καθιστά ευάλωτο σε κακώσεις. Μπορεί να συμβούν ελκτικές κακώσεις από τροχαία ατυχήματα και πτώσεις από ύψος, αλλά και συμπίεση του νεύρου από κακώσεις στα αθλήματα επαφής και τους επαγγελματικούς τραυματισμούς. Επίσης βλάβες μπορεί να προκληθούν από τραυματισμούς από πυροβόλα όπλα, νύσσοντα ή τέμνοντα εργαλεία και δαγκώματα. Το νεύρο μπορεί επίσης να τραυματιστεί κατά τη διάρκεια επεμβάσεων στην περιοχή του τραχήλου.
Η κάκωση του ραχιαίου νεύρου της ωμοπλάτης οδηγεί σε ΠΑΡΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΡΟΜΒΟΕΙΔΩΝ ΜΥΩΝ. Η παγίδευση του νεύρου λόγω υπερτροφίας του μέσου σκαληνού μυός αποτελεί τη συχνότερη αιτία. Άλλα αίτια περιλαμβάνουν την αυχενική ριζοπάθεια Α5, τα τροχαία ατυχήματα ή την άρση βαρέων αντικειμένων που μπορεί να προκαλέσουν έλξη ή αποσπαστική κάκωση της Α5 νευρικής ρίζας.
ΔΕΥΤΕΡΟΠΑΘΗ ΑΙΤΙΑ ΠΩ μπορεί επίσης να προκύψουν λόγω διαταραχής του ωμοβραχιόνιου ρυθμού εξαιτίας καταγμάτων, αρθρίτιδας ή αστάθειας της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης, ρήξεων του τενόντιου στροφικού πετάλου, συμφυτικής ή υπακρωμιακής θυλακίτιδας και μετατραυματικού παγωμένου ώμου. Η απώλεια κίνησης της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης σε αυτές τις παθήσεις αντισταθμίζεται με την ωμοπλατιο-θωρακική «άρθρωση», οπότε η ωμοπλάτη ανασπάται, ώστε το χέρι να κερδίζει ύψος. Ωστόσο οι σταθεροποιητικοί μύες της ωμοπλάτης τις περισσότερες φορές κουράζονται, «πιάνονται» και η ωμοπλάτη «στραβώνει» πιο έντονα.
ΚΛΙΝΙΚΑ οι ασθενείς μπορεί να έχουν πόνο στον ώμο ή στην πλάτη. Αναφέρουν επίσης μυϊκή αδυναμία, ειδικά όταν ανυψώνουν το χέρι πάνω από το επίπεδο του ώμου. Οι ασθενείς εμφανίζουν δυσκολία με τις καθημερινές δραστηριότητες ή με ασκήσεις πάνω από το κεφάλι, και οι αθλητές που χρησιμοποιούν συχνά κινήσεις πάνω από το κεφάλι μπορεί να αναφέρουν περιορισμούς.
Οι ασθενείς με προεξέχουσα ωμοπλάτη μπορεί να περιγράψουν δυσφορία όταν κάθονται σε σκληρές επιφάνειες ή κατά τη διάρκεια μεγάλων περιόδων οδήγησης. Η αδυναμία των μυών που προκαλούν την πτερύγωση μπορεί να προκαλέσει μυϊκές κράμπες και πόνο στην περιοχή γύρω από την ωμοπλάτη.
Κατά τον ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΜΥΪΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ εξετάζονται οι μύες του άνω άκρου μήπως η πάθηση αφορά τις νευρικές ρίζες ή το βραχιόνιο πλέγμα. Πιο ειδικά η δύναμη του τραπεζοειδούς μυός μπορεί να ελεγχθεί μέσω της ανύψωσης της ωμοπλάτης υπό αντίσταση. Η λειτουργία των ρομβοειδών μυών και του ανελκτήρα της ωμοπλάτης αξιολογείται ζητώντας από τον ασθενή να τοποθετήσει και τα δύο χέρια στα ισχία και να ωθήσει τους αγκώνες προς τα πίσω, ασκώντας αντίσταση. Η ισχύς του πρόσθιου οδοντωτού μυός μπορεί να εκτιμηθεί με κάμψη του ώμου προς τα εμπρός στις 90°, ενώ ο ασθενής πιέζει τον τοίχο ή εκτελεί κάμψεις (push-ups). Μερικές φορές μπορεί να χρειαστούν μερικές επαναλήψεις, γιατί η αδυναμία του πρόσθιου οδοντωτού μπορεί να μην εμφανιστεί άμεσα αλλά μετά από πολλαπλές επαναλήψεις λόγω κόπωσης.
Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ περιλαμβάνει την διαπίστωση της προπέτειας προς τα πίσω της ωμοπλάτης και τη μη φυσιολογική κίνησή της κατά την κλινική εξέταση, όπως η υπερβολική έσω ή έξω μετατόπισή της. Η πιο απλή κίνηση για να φανεί η δυσλειτουργία της είναι να ζητηθεί από τον ασθενή να σπρώξει τα τεντωμένα χέρια του μπροστά σα να θέλει να ωθήσει κάποιο αντικείμενο. Η πάθηση μπορεί να περάσει απαρατήρητη ως εύκολη κόπωση του άνω άκρου ή να επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία του, όπως την ικανότητα ανύψωσης, ώθησης και έλξης αντικειμένων, καθώς και την εκτέλεση δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής, οπότε και χρειάζεται άμεση αναγνώριση για την πρόληψη μακροχρόνιας αναπηρίας.
Ο αρχικός διαγνωστικός έλεγχος της ΠΩ θα πρέπει να περιλαμβάνει ακτινογραφίες αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, θώρακα, ώμου και ωμοπλάτης, οι οποίες θα αποκλείσουν επικουρικές πλευρές, νόσο του αυχένα, καταγμάτων ή άλλων οστικών αλλοιώσεων. Η μαγνητική τομογραφία θα δείξει καλύτερα νόσο του αυχενικού δίσκου, ρήξεις του στροφικού πετάλου και αστάθεια του ώμου.
Ο ΗΛΕΚΤΡΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ με Ηλεκτρομυογράφημα (ΗΜΓ) και ταχύτητες αγωγιμότητας των νεύρων (ΑΤΑ-ΚΤΑ) είναι συμπληρωματικές εξετάσεις για τυχόν επιβεβαίωση των ευρημάτων της κλινικής εξέτασης.
Τα συνήθη πάσχοντα νεύρα, το μακρό θωρακικό, το παραπληρωματικό και το ραχιαίο νεύρο της ωμοπλάτης δεν απομονώνονται εύκολα για να μετρηθούν οι ταχύτητες αγωγής τους, ωστόσο το ηλεκτρομυογράφημα μπορεί να δείξει απονευρωτικά στοιχεία από τους αντίστοιχους μύες, να αποκλείσει ριζιτιδική συμμετοχή ή προσβολή του βραχιονίου πλέγματος.
Στο ΗΜΓ χρησιμοποιείται βελόνα. Ωστόσο, η λήψη δειγμάτων από τους εν λόγω μύες μπορεί να παρουσιάζει τεχνικές δυσκολίες και να ενέχει κινδύνους επιπλοκών, π.χ. πνευμοθώρακα. Επί αμφιβολίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ ΜΥΩΝ για την ασφαλέστερη τοποθέτηση της βελόνας.
Το υπερηχογράφημα μπορεί επίσης να εντοπίσει άμεσα και με αξιοπιστία ανωμαλίες στους μύες που εμπλέκονται στη σταθεροποίηση της ωμοπλάτης, όπως π.χ. την ανάδειξη ατροφίας ή λιπώδους διήθησης σε σύγκριση μεταξύ των δύο πλευρών.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η έγκαιρη διάγνωση και η διαφοροποίηση μεταξύ του έσω και του έξω τύπου είναι σημαντική για τον καθορισμό της κατάλληλης αντιμετώπισης, η οποία κυμαίνεται από συντηρητικές παρεμβάσεις, όπως η φυσικοθεραπεία και οι ασκήσεις, έως τη χειρουργική αντιμετώπιση, ανάλογα με την υποκείμενη αιτιολογία.
Στη νευραπραξία, την πιο απλή βλάβη του νεύρου, που είναι η συχνότερη αιτία ΠΩ και συχνά υποχωρεί εντός εβδομάδων ή μηνών, η βασική θεραπεία είναι συντηρητική με αναλγητικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και φυσικοθεραπεία, με στόχο τη διατήρηση του εύρους κίνησης του ώμου και την πρόληψη της δυσκαμψίας. Η χορήγηση κορτιζόνης και βιταμινών συμπλέγματος Β ίσως βοηθήσει.
Η ακινητοποίηση του ώμου με χειρολάβο (φάκελο ανάρτησης) μπορεί να είναι ωφέλιμη κατά την οξεία φάση για τον έλεγχο του πόνου, αλλά πρέπει να αποφεύγεται για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα, καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσκαμψία.
Σε σοβαρότερες κακώσεις όπου το νεύρο έχει υποστεί αξονότμηση ή νευρότμηση, όπως π.χ. μετά από εμμένουσα συμπίεση, κακώσεις έλξης ή τραυματισμούς από αιχμηρά εργαλεία απαιτείται χειρουργική διερεύνηση με νευρόλυση (απελευθέρωση), συρραφή ή και μεταμόσχευση νεύρου.
Εάν η πάθηση δεν έχει βελτιωθεί, μετά τα δύο έτη μπορεί να χρειαστεί δυναμική μεταφορά μυός. Η παράλυση του πρόσθιου οδοντωτού μυός μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη μεταφορά του μείζονος θωρακικού πιθανώς και με ενίσχυση αυτομοσχεύματος ή ακόμα και αρθρόδεση της ωμοπλατιοθωρακικής άρθρωσης π.χ. με στερέωση της ωμοπλάτης στις πλευρές με χρήση συρμάτων. Η παράλυση του τραπεζοειδούς μυός που δεν ανταποκρίνεται στη συντηρητική αγωγή ή τη διερεύνηση του νεύρου μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη δυναμική μεταφορά μυών κατά Eden-Lange, δηλαδή τη μετατόπιση της πρόσφυσης στην έξω πλευρά της ωμοπλάτης των ρομβοειδών και του ανελκτήρα της ωμοπλάτης.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, η πτερυγοειδής ωμοπλάτη είναι μια σπάνια πάθηση που όμως προκαλεί δυσλειτουργία στο άνω άκρο και αισθητική παραμόρφωση. Συνήθως το ιστορικό και η κλινική εξέταση αρκούν για τη διάγνωση και την έναρξη της θεραπείας και πράγματι οι περισσότερες περιπτώσεις βελτιώνονται με τη συντηρητική αντιμετώπιση. Ωστόσο στη διαφορική διάγνωση πρέπει να περιλαμβάνονται σπανιότερες παθήσεις όπως μυϊκή δυστροφία και μυοπάθειες, αλλά και συμμετοχή του αυχένα ή του βραχιόνιου πλέγματος. Ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος είναι χρήσιμος για την εκτίμηση της βαρύτητας της κατάστασης και την ανάδειξη κεντρικής νευρικής συμμετοχής, ενώ είναι αρνητικός στις περιπτώσεις που η πάθηση οφείλεται στη δυσλειτουργία του ώμου λόγω παθήσεων των οστών, της άρθρωσης ή των τενόντων της ωμικής ζώνης.


.jpg)

