Η προεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση είναι μια σχετικά σπάνια κατάσταση, καθώς οι περισσότερες γυναίκες διατηρούν την οστική τους μάζα μέχρι την εμμηνόπαυση χάρη στα οιστρογόνα.
Πρόκειται για μια συχνά υποδιαγνωσμένη πάθηση που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική πυκνότητα (BMD), εύθραυστα οστά και οφείλεται τις περισσότερες φορές σε υποκείμενες δευτερογενείς αιτίες και όχι στην πάροδο της ηλικίας.
Η πάθηση χωρίζεται κυρίως σε δύο μορφές στην Ιδιοπαθή και την Δευτεροπαθή.
Η Ιδιοπαθής δεν έχει εμφανή υποκείμενη αιτία ή μπορεί να έχει κληρονομικό υπόβαθρο, ενώ η Δευτεροπαθής αποτελεί την πλειονότητα των περιπτώσεων και οφείλεται σε άλλες παθήσεις ή παράγοντες. Τα αίτια της Δευτεροπαθούς αφορούν: 1. Διατροφικές διαταραχές, όπως η Νευρική ανορεξία, που προκαλεί ορμονικές ανισορροπίες. 2. Μακροχρόνια λήψη Φαρμάκων, όπως Κορτιζόνη, Αντιεπιληπτικά ή Ηπαρίνη. 3. Ορμονικές διαταραχές όπως αμηνόρροια, υπερθυρεοειδισμός, υπερπαραθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing, Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, ορμονική αντισύλληψη, κύηση και γαλουχία. 4. Παθήσεις του πεπτικού όπως Φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, Κοιλιοκάκη και Βαριατρικές επεμβάσεις που εμποδίζουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών. 6.Ρευματικές παθήσεις. 7. Μη υγιεινός τρόπος ζωής, όπως χαμηλή πρόσληψη Ασβεστίου και Πρωτεΐνης, Έλλειψη βιταμίνης D, Κάπνισμα, Αλκοόλ και Καθιστική ζωή.
Σε αντίθεση με την μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση, η ΔΙΑΓΝΩΣΗ στις νεότερες γυναίκες βασίζεται στην ύπαρξη καταγμάτων μικρής βίας, που είναι και το πιο ισχυρό διαγνωστικό κριτήριο, στο Z-score της οστικής πυκνομετρίας (DXA) και στην ύπαρξη υποκείμενων παραγόντων κινδύνου.
Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στη Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας (DXA) γίνεται σύγκριση με συνομήλικες και αξιολογείται το Z-score και όχι το T-score. Ένα Z-score ≤ -2.0 ορίζεται ως «χαμηλή οστική πυκνότητα για την ηλικία». Ένα χαμηλό Z-score από μόνο του ωστόσο δεν ορίζεται ως Οστεοπόρωση. Η διάγνωση της Οστεοπόρωσης τίθεται συνήθως αν συνυπάρχει κάταγμα μικρής βίας ή σοβαρή δευτεροπαθής αιτία.
Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η σχέση μεταξύ της οστικής πυκνότητας (BMD), όπως βασίζεται στα T-scores που προέρχονται από σαρώσεις απορρόφησης ακτίνων Χ διπλής ενέργειας (DXA), και του κινδύνου κατάγματος είναι σαφής και καλά εδραιωμένη. Ωστόσο οι διαγνωστικές κατηγορίες και τα όρια παρέμβασής τους δεν ταιριάζουν αυτόματα και στις νεότερες προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, καθώς τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα είναι περιορισμένα. Η εξέταση BMD συστήνεται μόνο για τις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που υπέστησαν κάταγμα ευθραυστότητας, ώστε να προσδιοριστεί η πιθανή συμβολή της χαμηλής οστικής μάζας στον κίνδυνο κατάγματος και επίσης να καθοριστεί μια αρχική τιμή για την παρακολούθησή της. Η εξέταση BMD ενδείκνυται επίσης εάν υπάρχει κάποια ασθένεια ή χρησιμοποιείται κάποιο φάρμακο που είναι γνωστό ότι σχετίζεται με οστική απώλεια ή όταν χορηγείται φαρμακευτική θεραπεία.
Ωστόσο στην Ελλάδα, όπου οι συσκευές DXA είναι προσιτές και προσβάσιμες, μερικές νεαρές γυναίκες υποβάλλονται σε προληπτική μέτρηση και ο κλινικός ιατρός οφείλει να μπορεί να ερμηνεύσει αυτά τα αποτελέσματα και να συμβουλεύσει κατάλληλα.
Η οστική πυκνότητα σε οποιαδήποτε στιγμή στην ενήλικη ζωή είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων: της μέγιστης οστικής πυκνότητας που επιτυγχάνεται στη νεαρή ηλικία και της οστικής απώλειας μέχρι τη στιγμή της αξιολόγησης. Στη μέτρηση DXA είναι κρίσιμο να διαπιστωθεί εάν το αποτέλεσμα οφείλεται σε χαμηλή μέγιστη οστική μάζα ή σε ενεργό απώλεια οστικής μάζας καθώς η ευθραυστότητα των οστών μπορεί να είναι διαφορετική. Μία μόνο χαμηλή μέτρηση DXA - BMD μπορεί να υποδηλώνει μη βέλτιστη επίτευξη μέγιστης οστικής μάζας ή υπερβολική προηγούμενη ή τρέχουσα απώλεια οστικής μάζας. Η μη βέλτιστη μέγιστη οστική μάζα μπορεί να υποδηλώνεται από ένα ισχυρό οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης, μια γνωστή παιδική νόσο, την ύπαρξη κάποιας δευτερογενούς αιτίας και μια τρέχουσα σταθερή οστική μάζα, εάν υπάρχουν διαθέσιμες διαδοχικές μετρήσεις. Ως γνωστόν υπάρχουν σκελετικές διαταραχές ή μεταβολικές οστικές ασθένειες εκτός από την οστεοπόρωση, αν και σπάνιες, που μπορεί να παρουσιάζουν χαμηλή οστική μάζα και ευθραυστότητα, π.χ. οστεομαλακία ή διάφορα γενετικά σύνδρομα όπως η ατελής οστεογένεση. Ενώ η μη βέλτιστη επίτευξη μέγιστης οστικής μάζας μπορεί να αντιπροσωπεύει έναν σταθερό κύκλο χαμηλής οστικής εναλλαγής, αντίθετα η ενεργός απώλεια οστικής μάζας μπορεί να σχετίζεται με υψηλό κύκλο οστικής εναλλαγής και μεγαλύτερο κίνδυνο κατάγματος.
Οι δείκτες οστικού μεταβολισμού μπορεί να είναι χρήσιμοι στην περίπτωση που δεν υπάρχει σύγκριση με προηγούμενη DXA - BMD, όπου θα φανεί τυχόν σταθερότητα ή επιδείνωση, καθώς μπορούν να παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με πιθανή ενεργό απώλεια οστού και υψηλό κύκλο εναλλαγής. Σε πολλούς ασθενείς, ένα λεπτομερές ιστορικό και κλινική εξέταση, καθώς και ένας βασικός έλεγχος εξετάσεων αίματος, μπορεί να βοηθήσουν στη διάγνωση ώστε να εντοπιστεί η πιθανή αιτία της υπερβολικής οστικής απώλειας. Σε επιλεγμένες ασθενείς η περαιτέρω αξιολόγηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει εκτός τους βιοδείκτες, τη βιοψία της λαγόνιας ακρολοφίας και τη μέτρηση του trabecular bone score (TBS).
Η ΠΡΟΛΗΨΗ περιλαμβάνει Περπάτημα και Ασκήσεις με αντιστάσεις για την ενίσχυση μυών και οστών, ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες και ασβέστιο, διατήρηση επιπέδων βιταμίνης D, διακοπή καπνίσματος και περιορισμό του αλκοόλ.
Στη ΘΕΡΑΠΕΙΑ η αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου είναι πρωταρχικής σημασίας εάν η οστεοπόρωση είναι δευτεροπαθής.
Η Φαρμακευτική Αγωγή χορηγείται σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου καταγμάτων και περιλαμβάνει χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D, και πιθανώς Διφωσφονικά ή Τεριπαρατίδη, των οποίων η χορήγηση πρέπει να εξετάζεται με προσοχή και κατά περίπτωση, ιδίως σε μια ενδεχόμενη μελλοντική εγκυμοσύνη. Τα στοιχεία σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι περιορισμένα, ειδικά για τα κατάγματα ευθραυστότητας, καθώς οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονται σε ασθενείς μετά την εμμηνόπαυση. Τα Διφωσφονικά είναι αποτελεσματικά στη 2παθή οστεοπόρωση, ωστόσο δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και την πρόληψη καταγμάτων σε αυτήν την ομάδα. Η Τεριπαρατίδη έχει μελετηθεί σε περιπτώσεις ιδιοπαθούς οστεοπόρωσης και προτιμάται σε περιπτώσεις πολύ υψηλού κινδύνου με πολλαπλά κατάγματα. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα και εμπειρία με την Denosumab σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη σε γυναίκες υψηλού καταγματικού κινδύνου, με δυσανεξία ή μη ανταπόκριση στα Διφωσφονικά. Το Romosozumab έχει χρησιμοποιηθεί σε λίγες μεμονωμένες περιπτώσεις και σπάνια λαμβάνεται υπόψη λόγω έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε νεότερες γυναίκες.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η χαμηλή οστική μάζα και η ιδιοπαθής οστεοπόρωση είναι ασυνήθιστες σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση. Η προγνωστική σχέση μεταξύ της χαμηλής οστικής μάζας και του κινδύνου κατάγματος είναι ασαφής στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες Σε αντίθεση με την Οστεοπόρωση στις μεγαλύτερες γυναίκες, η διάγνωση στις προεμμηνοπαυσιακές δεν βασίζεται μόνο στη χαμηλή οστική πυκνότητα, αλλά κυρίως στην ύπαρξη ενός κατάγματος μικρής βίας ή τον καταγματικό κίνδυνο λόγω συνυπαρχόντων παραγόντων.
Ο βαθμός απώλειας οστικής μάζας στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ορίζεται από ο DXA Z-score. Ένα χαμηλό Z-score (≤ -2.0) από μόνο του ωστόσο δεν ορίζεται ως Οστεοπόρωση. Η αρχική διαγνωστική προσέγγιση θα πρέπει να επιχειρεί να εντοπίσει δευτερογενείς αιτίες και να διακρίνει μεταξύ χαμηλής μέγιστης οστικής μάζας και ενεργού απώλειας οστικής μάζας. Οι βιοχημικοί δείκτες των οστών μπορεί να είναι χρήσιμοι εάν είναι διαθέσιμη μόνο μία σάρωση DXA και δεν υπάρχει σύγκριση. Τα από του στόματος Διφωσφονικά και η Τεριπαρατίδη, ειδικά στο πλαίσιο της Οστεοπόρωσης που προκαλείται από Κορτιζόνη, είναι οι μόνες θεραπείες ειδικές για τα οστά που έχουν εγκριθεί από τον FDA για νεαρές ενήλικες γυναίκες.
Βιβλιογραφία:
Khushboo Agarwal et al. Approach to premenopausal osteoporosis. Curr Opin
Endocrinol Diabetes Obes. 2025 Dec 1;32(6):251-257.
Cohen A. Premenopausal osteoporosis. Endocrinol Metab Clin North Am. 2017
Mar;46(1):117-133.
Conradie Μ. Premenopausal osteoporosis. A guide to assessment and
treatment. deNovo Medica 2021.
Pepe J, et al. Osteoporosis in Premenopausal Women: A Clinical Narrative
Review by the ECTS and the IOF Free. The Journal of Clinical Endocrinology &
Metabolism, Volume 105, Issue 8, August 20
20, Pages 2487–2506.
https://www.myoskeletiko.com/4110-osteoporosi-prin-tin-emminopafsi-konstantina-koyrou-xeiroyrgos-orthopaidikos-epimelitria-a-orthopaidikis-klinikis-errikos-dynan-drkkourou-gmail-com.html

.png)
.png)
.png)
.png)
















