Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Πόνος και Οστικό Οίδημα στη Μαγνητική Τομογραφία. Παρουσίαση Περιστατικών.

 

Οστικό Οίδημα ή Οίδημα - Βλάβη του μυελού των οστών, είναι οι όροι που χρησιμοποιούνται για τα μη φυσιολογικά σήματα που παρατηρούνται στην μαγνητική τομογραφία (MRI). Είναι ένα μη ειδικό αλλά σημαντικό απεικονιστικό εύρημα, που συνήθως υποδηλώνει την παρουσία υποκείμενης παθολογίας.

Το οίδημα του μυελού των οστών εμφανίζεται όταν συσσωρεύεται υγρό στην σπογγώδη εσωτερική δομή των οστών, προκαλώντας πόνο και λειτουργική διαταραχή. Αυτή η άθροιση υγρού συνήθως προκύπτει από βλάβη στα μικρά αιμοφόρα αγγεία των οστών, που εκδηλώνεται ως αυξημένη τοπική πίεση και πόνος.

Το οίδημα του μυελού των οστών διαγιγνώσκεται μέσω της MRI. Όταν ένας ασθενής βιώνει παρατεταμένο πόνο και οι κλασικές διαγνωστικές μέθοδοι, όπως οι ακτινογραφίες ή οι αξονικές τομογραφίες, δεν δείχνουν την πηγή του πόνου, τότε η MRI χρειάζεται για να αποκλείσει ή να δείξει την παρουσία του οιδήματος.

Εάν διαγνωστεί έγκαιρα, η συντηρητική αντιμετώπιση συχνά μπορεί να επιτύχει πλήρη ανάρρωση. Ωστόσο, εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, μπορεί να επιδεινώσει υποκείμενα προβλήματα και ενδεχομένως να προκαλέσει βλάβη στον χόνδρο των παρακείμενων αρθρώσεων, οδηγώντας σε μόνιμα προβλήματα.

Η έννοια του οιδήματος του μυελού των οστών ως οντότητας ανιχνεύσιμης με MRI οφείλεται στην πρωτοποριακή εργασία των AJ Wilson et al. το 1988 που ερμήνευσαν αυτές τις αλλαγές στην ένταση του σήματος ως αύξηση της περιεκτικότητας σε νερό στο μεσοκυττάριο χώρο του μυελού των οστών.

Ο όρος οίδημα είναι, ωστόσο, παραπλανητικός, καθώς το «οίδημα» υπονοεί ότι υπάρχει μόνο περίσσεια υγρού, ενώ στην πραγματικότητα, εντός των περιοχών του λεγόμενου οιδήματος, μπορεί να υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία διεργασιών, όπως έμφραγμα, αιμορραγία, διήθηση φλεγμονωδών κυττάρων, ίνωση και υπεραγγείωση.

Το αλλοιωμένο σήμα στην MRI πιθανώς σχετίζεται με την εκτόπιση του φυσιολογικού λιπώδους μυελού των οστών από ένα υλικό πλούσιο σε νερό ή σε αυξημένη αγγείωση των ιστών, αν και ο πραγματικός ιστοπαθολογικός μηχανισμός του οστικού οιδήματος παραμένει άγνωστος. Στα φλεγμονώδη αίτια, όπως π.χ. στην Αγκυλοποιητική Σπονδυλαρθρίτιδα, υπάρχει αυξημένη αγγείωση και κυτταρικότητα, που αποτελείται κυρίως από κύτταρα του ανοσοποιητικού (Τ και Β κύτταρα και μακροφάγα). Αντίθετα, στο οστικό οίδημα σε περιπτώσεις προχωρημένης Οστεοαρθρίτιδας παρατηρείται μειωμένη αιμάτωση, πάχυνση της υποχόνδριας πλάκας και αυξημένη οστική απορρόφηση. Στην Οστεονέκρωση παρατηρήθηκαν επίσης παρόμοιες αλλοιώσεις, χωρίς ωστόσο αυτές οι ιστολογικές και μοριακές αλλαγές να συνδέονται με το υποχόνδριο οστούν.

Το οίδημα μυελού των οστών, χαρακτηρίζεται από οστικό πόνο και την εμφάνιση υψηλής έντασης σήματος στις Τ2 και STIR ακολουθίες της MRI. Μπορεί να σχετίζεται με τραύμα ή με μια ποικιλία μη τραυματικών παθήσεων. Το οίδημα μυελού των οστών σήμερα αναγνωρίζεται όχι απλώς ως μια καλοήθης, αυτοπεριοριζόμενη πάθηση, αλλά και ως ένα σημαντικό προειδοποιητικό σημάδι που μπορεί να υποδηλώνει την εξέλιξη προς σοβαρές, μακροχρόνιες, παθήσεις, όπως το σύνδρομο σύνθετου περιοχικού πόνου (complex regional pain syndrome: CRPS ή αλγοδυστροφία ή σύνδρομο Sudeck,) την αρθρίτιδα (υποχόνδριο κάταγμα ανεπάρκειας) ή ακόμα και την οστεονέκρωση .

Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να ταξινομηθεί αιτιολογικά σε πρωτοπαθές και δευτεροπαθές.

Πρωτοπαθές (Αυθόρμητο) Οίδημα Μυελού των Οστών

Σε αυτόν τον τύπο, δεν υπάρχει εμφανής ασθένεια ή τραύμα. Παρ' όλα αυτά, οι ασθενείς βιώνουν εντοπισμένο και σημαντικό πόνο, μια πάθηση γνωστή ως Σύνδρομο Οιδήματος Μυελού των Οστών ή Παροδική Οστεοπόρωση του ισχίου ή Περιοχική Μεταναστευτική Οστεοπόρωση, όροι αλληλοεπικαλυπτόμενοι στη βιβλιογραφία που δημιουργούν σύγχυση και δυσκολία στη συλλογή δεδομένων όσον αφορά την επιδημιολογία, τη πορεία του κλπ.

Εμφανίζεται κυρίως σε άτομα μέσης ηλικίας και είναι πιο συχνό στους άνδρες. Πιθανότατα προκαλείται από βλάβη των ενδοστικών αγγείων, όπως απόφραξη της φλεβικής εκροής, αυξημένη ενδοοστική πίεση και διαταραχή της οστικής ανακατασκευής.

Δευτερογενές Οίδημα Μυελού των Οστών

Το δευτερογενές οίδημα προκύπτει ως συνέπεια ενός άλλου υποκείμενου προβλήματος υγείας. Συχνές αιτίες περιλαμβάνουν: 1. Τραυματικά αίτια όπως κάταγμα κόπωσης, διάστρεμμα, κακώσεις μηνίσκου ή χόνδρου και επαναλαμβανόμενες καταπονήσεις. 2. Αυτοάνοσες παθήσεις, όπως η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα (ΡA), που μπορεί να προκαλούν οστεΐτιδα που δηλώνει ενεργή φλεγμονή. Στη ΡΑ το οστικό οίδημα θεωρείται προγνωστικός δείκτης για τη μελλοντική διάβρωση των οστών, αφού συχνά προηγείται της εμφάνισης μόνιμων βλαβών στις αρθρώσεις. Στην αξονική σπονδυλαρθρίτιδα εμφανίζεται χαρακτηριστικά στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις και στη σπονδυλική στήλη, υποδεικνύοντας ενεργή νόσο. Ενώ στην Ψωριασική Αρθρίτιδα προκαλεί οίδημα κυρίως στα σημεία πρόσφυσης των τενόντων (ενθεσίτιδα) και γύρω από τις αρθρώσεις. 3. Φάρμακα ή παθήσεις που επηρεάζουν την οστική θρέψη, όπως η νεφρική ανεπάρκεια, η χρήση κορτικοστεροειδών και χημειοθεραπείας. 4. Υποαιμάτωση όπως στη δρεπανοκυτταρική αναιμία, αλλά και Οστεονέκρωση λόγω διαταραχής της οστικής κυκλοφορίας. 5. Λοιμώδεις αιτίες όπως στην οστεομυελίτιδα, τη σπονδυλοδισκίτιδα και τη σηπτική αρθρίτιδα. 6. Μετεγχειρητικά αίτια. 7. Νεοπλάσματα. 8. Νευροπαθητική αρθροπάθεια.

 


 

Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να αναπτυχθεί σε διάφορα οστά, αλλά είναι πιο συχνό σε αρθρώσεις που φέρουν βάρος, όπως το ισχίο, το γόνατο ή την ποδοκνημική.

Στο γόνατο συνήθως προσβάλλονται οι μηριαίοι και κνημιαίοι κόνδυλοι και η επιγονατίδα.

Στο ισχίο μπορεί να εμφανιστεί στη μηριαία κεφαλή κυρίως, όπου μάλιστα μπορεί να υποδηλώνει σοβαρές παθήσεις όπως η Άσηπτη Νέκρωση ή η Παροδική Οστεοπόρωση. Η παροδική και η Μεταναστευτική Οστεοπόρωση (ισχίο και γόνατο) συνήθως υποχωρούν εντός 3-12 μηνών, αλλά προκαλούν σημαντικό πόνο και προβλήματα κινητικότητας ενώ μπορεί να καταλήξουν σε κατάγματα ευθραυστότητας εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα. Στους υπερδραστήριους ασθενείς, όπως αθλητές, μπορεί επίσης να συμβούν Κατάγματα Καταπόνησης του Μηριαίου Αυχένα που αρχικά μπορεί να παρουσιαστούν ως οστικό οίδημα κι ενδεχομένως να εξελιχθούν σε πλήρη κατάγματα εάν συνεχιστεί η καταπόνηση.

Τα οστά της ποδοκνημικής και του ποδιού μπορεί επίσης να προσβληθούν μετά από διαστρέμματα ή τραυματισμούς από πρόσκρουση, ειδικά στον αστράγαλο, συνήθως σε άτομα με έντονη φυσική δραστηριότητα όπως αθλητές και χορευτές.

Στη Σπονδυλική στήλη συνήθως εμφανίζεται στους οσφυϊκούς και θωρακικούς σπονδύλους και συχνά συνδέεται με τραύμα, οστεοπόρωση ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις σε δίσκους και ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις. Το οίδημα εδώ μπορεί μερικές φορές να προηγείται των σπονδυλικών καταγμάτων.

Τα ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ περιλαμβάνουν επίμονο εν τω βάθει πόνο, δυσκαμψία και μερικές φορές ύδραρθρο.

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ επιβεβαιώνεται με MRI, αλλά και αξονική τομογραφία καταμέτρησης φωτονίων, όπου αντενδείκνυται η MRI, σε περιπτώσεις επίμονου πόνου, ιδίως κατά τη φόρτιση του σκέλους. Όσο πιο διάχυτο με ακαθόριστα όρια είναι το σήμα, τόσο οι εικόνες συνάδουν με το Σύνδρομο οιδήματος του οστικού μυελού. Αντίθετα, όσο πιο εντοπισμένο με γεωγραφικά χαρακτηριστικά τότε παραπέμπει σε πιθανή οστεονέκρωση, με την οποία μπορεί να μοιάζει στα αρχικά στάδια και πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση, η οποία επιτυγχάνεται με την επαναληπτική MRI και κύριο κλινικό χαρακτηριστικό την υποχώρηση ή επιμονή του πόνου. Εάν υπάρχει υποψία για υποκείμενη ρευματική, λοιμώδη ή μεταβολική διαταραχή, μπορεί επίσης να χρειαστούν εξετάσεις αίματος.

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ εξαρτάται από τη σοβαρότητα, τη θέση και την υποκείμενη αιτία του οστικού οιδήματος. Οι περιπτώσεις πρώιμου σταδίου συχνά αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Ωστόσο, εάν δεν αντιμετωπιστεί, το οίδημα μπορεί να εξελιχθεί, οδηγώντας σε εξασθένηση των οστών, βλάβη στον χόνδρο, σε κατάγματα και κατακερματισμό των αρθρώσεων.

Η Ανάπαυση και η αποφόρτιση είναι η βάση της θεραπείας για τις αρθρώσεις που φέρουν βάρος γι’ αυτό συνήθως συνιστώνται πατερίτσες.

Η Φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει τα αντιφλεγμονώδη, το Ασβέστιο και τη Βιταμίνη D, τα αντιοστεολυτικά φάρμακα (διφωσφονικά και δενοσουμάμπη) και την Ιλοπρόστη, το αγγειοδραστικό ανάλογο της προστακυκλίνης, η οποία μπορεί να επιλεγεί σε δύσκολες περιπτώσεις αφού απαιτεί αργή ενδοφλέβια χορήγηση ολίγων ημερών (Οι πνευμονολόγοι την χρησιμοποιούν σε περιπτώσεις πνευμονικής υπέρτασης).

Επιπλέον φάρμακα μπορεί να είναι απαραίτητα εάν εμπλέκονται αυτοάνοσες ή μεταβολικές παθήσεις. Για παράδειγμα στις ρευματοπάθειες, η χορήγηση βιολογικών παραγόντων (π.χ. anti-TNF) μπορεί να μειώσει ή και να εξαφανίσει το οίδημα.

Οι Φυσικοθεραπευτικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν μαγνητικά πεδία, κρουστικούς υπερήχους (extracorporeal shockwave therapy) ή θεραπεία με λέιζερ μπορούν να βοηθήσουν την κυκλοφορία και να επιταχύνουν την απορρόφηση των υγρών. Οι ασκήσεις ενδυνάμωσης βοηθούν στη μείωση της πίεσης στις αρθρώσεις, ενώ οι τεχνικές διόρθωσης στάσης και βάδισης μπορούν να αποτρέψουν τα μη φυσιολογικά πρότυπα φόρτισης.

Οι χειρουργικοί τρυπανισμοί είναι απαραίτητοι για την αντιμετώπιση σοβαρών ή επίμονων περιπτώσεων, ιδίως όταν συνδυάζονται με έγχυση αναγεννητικών παραγόντων όπως συμπύκνωμα αιμοπεταλίων (PRP), βλαστοκύτταρα ή εξωσώματα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, ο επίμονος πόνος στις αρθρώσεις χρήζει αξιολόγησης. Το οίδημα του μυελού των οστών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή βλάβη στις αρθρώσεις, γι αυτό απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση, για τη διάκριση για παράδειγμα, του παροδικού και αυτοϊώμενου αλλά και του πιο σοβαρού που σχετίζεται, για παράδειγμα, με την οστεονέκρωση της μηριαίας κεφαλής.

 

 Η παρουσίαση:

https://www.facebook.com/reel/27022338320728816 


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Οστεοπόρωση πριν την Εμμηνόπαυση


 

Η προεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση είναι μια σχετικά σπάνια κατάσταση, καθώς οι περισσότερες γυναίκες διατηρούν την οστική τους μάζα μέχρι την εμμηνόπαυση χάρη στα οιστρογόνα.

Πρόκειται για μια συχνά υποδιαγνωσμένη πάθηση που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική πυκνότητα (BMD), εύθραυστα οστά και οφείλεται τις περισσότερες φορές σε υποκείμενες δευτερογενείς αιτίες και όχι στην πάροδο της ηλικίας.

Η πάθηση χωρίζεται κυρίως σε δύο μορφές στην Ιδιοπαθή και την Δευτεροπαθή.

Η Ιδιοπαθής δεν έχει εμφανή υποκείμενη αιτία ή μπορεί να έχει κληρονομικό υπόβαθρο, ενώ η Δευτεροπαθής αποτελεί την πλειονότητα των περιπτώσεων και οφείλεται σε άλλες παθήσεις ή παράγοντες. Τα αίτια της Δευτεροπαθούς αφορούν: 1. Διατροφικές διαταραχές, όπως η Νευρική ανορεξία, που προκαλεί ορμονικές ανισορροπίες. 2. Μακροχρόνια λήψη Φαρμάκων, όπως Κορτιζόνη, Αντιεπιληπτικά ή Ηπαρίνη. 3. Ορμονικές διαταραχές όπως αμηνόρροια, υπερθυρεοειδισμός, υπερπαραθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing, Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, ορμονική αντισύλληψη, κύηση και γαλουχία. 4. Παθήσεις του πεπτικού όπως Φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, Κοιλιοκάκη και Βαριατρικές επεμβάσεις που εμποδίζουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών. 6.Ρευματικές παθήσεις. 7. Μη υγιεινός τρόπος ζωής, όπως χαμηλή πρόσληψη Ασβεστίου και Πρωτεΐνης, Έλλειψη βιταμίνης D, Κάπνισμα, Αλκοόλ και Καθιστική ζωή.

Σε αντίθεση με την μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση, η ΔΙΑΓΝΩΣΗ στις νεότερες γυναίκες βασίζεται στην ύπαρξη καταγμάτων μικρής βίας, που είναι και το πιο ισχυρό διαγνωστικό κριτήριο, στο Z-score της οστικής πυκνομετρίας (DXA) και στην ύπαρξη υποκείμενων παραγόντων κινδύνου.

Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στη Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας (DXA) γίνεται σύγκριση με συνομήλικες και αξιολογείται το Z-score και όχι το T-score. Ένα Z-score ≤ -2.0 ορίζεται ως «χαμηλή οστική πυκνότητα για την ηλικία». Ένα χαμηλό Z-score από μόνο του ωστόσο δεν ορίζεται ως Οστεοπόρωση. Η διάγνωση της Οστεοπόρωσης τίθεται συνήθως αν συνυπάρχει κάταγμα μικρής βίας ή σοβαρή δευτεροπαθής αιτία.

Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η σχέση μεταξύ της οστικής πυκνότητας (BMD), όπως βασίζεται στα T-scores που προέρχονται από σαρώσεις απορρόφησης ακτίνων Χ διπλής ενέργειας (DXA), και του κινδύνου κατάγματος είναι σαφής και καλά εδραιωμένη. Ωστόσο οι διαγνωστικές κατηγορίες και τα όρια παρέμβασής τους δεν ταιριάζουν αυτόματα και στις νεότερες προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, καθώς τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα είναι περιορισμένα. Η εξέταση BMD συστήνεται μόνο για τις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που υπέστησαν κάταγμα ευθραυστότητας, ώστε να προσδιοριστεί η πιθανή συμβολή της χαμηλής οστικής μάζας στον κίνδυνο κατάγματος και επίσης να καθοριστεί μια αρχική τιμή για την παρακολούθησή της. Η εξέταση BMD ενδείκνυται επίσης εάν υπάρχει κάποια ασθένεια ή χρησιμοποιείται κάποιο φάρμακο που είναι γνωστό ότι σχετίζεται με οστική απώλεια ή όταν χορηγείται φαρμακευτική θεραπεία.

Ωστόσο στην Ελλάδα, όπου οι συσκευές DXA είναι προσιτές και προσβάσιμες, μερικές νεαρές γυναίκες υποβάλλονται σε προληπτική μέτρηση και ο κλινικός ιατρός οφείλει να μπορεί να ερμηνεύσει αυτά τα αποτελέσματα και να συμβουλεύσει κατάλληλα.

Η οστική πυκνότητα σε οποιαδήποτε στιγμή στην ενήλικη ζωή είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων: της μέγιστης οστικής πυκνότητας που επιτυγχάνεται στη νεαρή ηλικία και της οστικής απώλειας μέχρι τη στιγμή της αξιολόγησης. Στη μέτρηση DXA είναι κρίσιμο να διαπιστωθεί εάν το αποτέλεσμα οφείλεται σε χαμηλή μέγιστη οστική μάζα ή σε ενεργό απώλεια οστικής μάζας καθώς η ευθραυστότητα των οστών μπορεί να είναι διαφορετική. Μία μόνο χαμηλή μέτρηση DXA - BMD μπορεί να υποδηλώνει μη βέλτιστη επίτευξη μέγιστης οστικής μάζας ή υπερβολική προηγούμενη ή τρέχουσα απώλεια οστικής μάζας. Η μη βέλτιστη μέγιστη οστική μάζα μπορεί να υποδηλώνεται από ένα ισχυρό οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης, μια γνωστή παιδική νόσο, την ύπαρξη κάποιας δευτερογενούς αιτίας και μια τρέχουσα σταθερή οστική μάζα, εάν υπάρχουν διαθέσιμες διαδοχικές μετρήσεις. Ως γνωστόν υπάρχουν σκελετικές διαταραχές ή μεταβολικές οστικές ασθένειες εκτός από την οστεοπόρωση, αν και σπάνιες, που μπορεί να παρουσιάζουν χαμηλή οστική μάζα και ευθραυστότητα, π.χ. οστεομαλακία ή διάφορα γενετικά σύνδρομα όπως η ατελής οστεογένεση. Ενώ η μη βέλτιστη επίτευξη μέγιστης οστικής μάζας μπορεί να αντιπροσωπεύει έναν σταθερό κύκλο χαμηλής οστικής εναλλαγής, αντίθετα η ενεργός απώλεια οστικής μάζας μπορεί να σχετίζεται με υψηλό κύκλο οστικής εναλλαγής και μεγαλύτερο κίνδυνο κατάγματος.

Οι δείκτες οστικού μεταβολισμού μπορεί να είναι χρήσιμοι στην περίπτωση που δεν υπάρχει σύγκριση με προηγούμενη DXA - BMD, όπου θα φανεί τυχόν σταθερότητα ή επιδείνωση, καθώς μπορούν να παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με πιθανή ενεργό απώλεια οστού και υψηλό κύκλο εναλλαγής. Σε πολλούς ασθενείς, ένα λεπτομερές ιστορικό και κλινική εξέταση, καθώς και ένας βασικός έλεγχος εξετάσεων αίματος, μπορεί να βοηθήσουν στη διάγνωση ώστε να εντοπιστεί η πιθανή αιτία της υπερβολικής οστικής απώλειας. Σε επιλεγμένες ασθενείς η περαιτέρω αξιολόγηση θα μπορούσε να περιλαμβάνει εκτός τους βιοδείκτες, τη βιοψία της λαγόνιας ακρολοφίας και τη μέτρηση του trabecular bone score (TBS).

Η ΠΡΟΛΗΨΗ περιλαμβάνει Περπάτημα και Ασκήσεις με αντιστάσεις για την ενίσχυση μυών και οστών, ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες και ασβέστιο, διατήρηση επιπέδων βιταμίνης D, διακοπή καπνίσματος και περιορισμό του αλκοόλ.

Στη ΘΕΡΑΠΕΙΑ η αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου είναι πρωταρχικής σημασίας εάν η οστεοπόρωση είναι δευτεροπαθής.

Η Φαρμακευτική Αγωγή χορηγείται σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου καταγμάτων και περιλαμβάνει χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D, και πιθανώς Διφωσφονικά ή Τεριπαρατίδη, των οποίων η χορήγηση πρέπει να εξετάζεται με προσοχή και κατά περίπτωση, ιδίως σε μια ενδεχόμενη μελλοντική εγκυμοσύνη. Τα στοιχεία σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι περιορισμένα, ειδικά για τα κατάγματα ευθραυστότητας, καθώς οι περισσότερες μελέτες επικεντρώνονται σε ασθενείς μετά την εμμηνόπαυση. Τα Διφωσφονικά είναι αποτελεσματικά στη 2παθή οστεοπόρωση, ωστόσο δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια και την πρόληψη καταγμάτων σε αυτήν την ομάδα. Η Τεριπαρατίδη έχει μελετηθεί σε περιπτώσεις ιδιοπαθούς οστεοπόρωσης και προτιμάται σε περιπτώσεις πολύ υψηλού κινδύνου με πολλαπλά κατάγματα. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα και εμπειρία με την Denosumab σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη σε γυναίκες υψηλού καταγματικού κινδύνου, με δυσανεξία ή μη ανταπόκριση στα Διφωσφονικά. Το Romosozumab έχει χρησιμοποιηθεί σε λίγες μεμονωμένες περιπτώσεις και σπάνια λαμβάνεται υπόψη λόγω έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας σε νεότερες γυναίκες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η χαμηλή οστική μάζα και η ιδιοπαθής οστεοπόρωση είναι ασυνήθιστες σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση. Η προγνωστική σχέση μεταξύ της χαμηλής οστικής μάζας και του κινδύνου κατάγματος είναι ασαφής στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες Σε αντίθεση με την Οστεοπόρωση στις μεγαλύτερες γυναίκες, η διάγνωση στις προεμμηνοπαυσιακές δεν βασίζεται μόνο στη χαμηλή οστική πυκνότητα, αλλά κυρίως στην ύπαρξη ενός κατάγματος μικρής βίας ή τον καταγματικό κίνδυνο λόγω συνυπαρχόντων παραγόντων.

Ο βαθμός απώλειας οστικής μάζας στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ορίζεται από ο DXA Z-score. Ένα χαμηλό Z-score (≤ -2.0) από μόνο του ωστόσο δεν ορίζεται ως Οστεοπόρωση. Η αρχική διαγνωστική προσέγγιση θα πρέπει να επιχειρεί να εντοπίσει δευτερογενείς αιτίες και να διακρίνει μεταξύ χαμηλής μέγιστης οστικής μάζας και ενεργού απώλειας οστικής μάζας. Οι βιοχημικοί δείκτες των οστών μπορεί να είναι χρήσιμοι εάν είναι διαθέσιμη μόνο μία σάρωση DXA και δεν υπάρχει σύγκριση. Τα από του στόματος Διφωσφονικά και η Τεριπαρατίδη, ειδικά στο πλαίσιο της Οστεοπόρωσης που προκαλείται από Κορτιζόνη, είναι οι μόνες θεραπείες ειδικές για τα οστά που έχουν εγκριθεί από τον FDA για νεαρές ενήλικες γυναίκες.

Βιβλιογραφία:

Khushboo Agarwal et al. Approach to premenopausal osteoporosis. Curr Opin

Endocrinol Diabetes Obes. 2025 Dec 1;32(6):251-257.

Cohen A. Premenopausal osteoporosis. Endocrinol Metab Clin North Am. 2017

Mar;46(1):117-133.

Conradie Μ. Premenopausal osteoporosis. A guide to assessment and

treatment. deNovo Medica 2021.

Pepe J, et al. Osteoporosis in Premenopausal Women: A Clinical Narrative

Review by the ECTS and the IOF Free. The Journal of Clinical Endocrinology &

Metabolism, Volume 105, Issue 8, August 20

20, Pages 2487–2506.

 

https://www.myoskeletiko.com/4110-osteoporosi-prin-tin-emminopafsi-konstantina-koyrou-xeiroyrgos-orthopaidikos-epimelitria-a-orthopaidikis-klinikis-errikos-dynan-drkkourou-gmail-com.html 

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

Συμβάλλει το μικροβίωμα του εντέρου στην αρθρίτιδα και άλλες παθήσεις;

 

                Συμβάλλει το μικροβίωμα του εντέρου στην αρθρίτιδα και άλλες παθήσεις;

 


                                           https://www.facebook.com/reel/2369248716810810 

 

 

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Εγχύσεις στις αρθρώσεις: Πότε και με ποιές ουσίες;

 

Εγχύσεις στις αρθρώσεις: Πότε και με ποιές ουσίες;

 

                     

Κων/νος Σαρόπουλος 1, Παύλος Χρηστογεώργος 2, Αντώνιος Αγγουλές 1, Κων/να Κούρου 1, Αθανάσιος Μπαδέκας 1 και Λέων Οικονόμου 3. 

1.      Ερρίκος Ντυνάν Hospital Center, Αθήνα

2.     Mediterraneo Hospital

3.     Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς»

 

Οι ενδοαρθρικές εγχύσεις είναι μια συχνή θεραπευτική επιλογή στα ιατρεία της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, για την αρθρίτιδα και ιδίως για την οστεοαρθρίτιδα (ΟΑ) του γόνατος.

Οι θεραπείες που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία 30 χρόνια για την ΟΑ, στοχεύουν στη μείωση της φλεγμονής και του πόνου, στη βελτίωση της λειτουργικότητας, στην πρόληψη της βλάβης των αρθρώσεων και στην επιβράδυνση στην πρόοδο της νόσου. Όταν η συμπτωματική αντιμετώπιση της ΟΑ με φαρμακευτικούς και μη παράγοντες αποτυγχάνει να ελέγξει τον πόνο και τη δυσλειτουργία, τότε προχωράμε σε χειρουργική αντικατάσταση της άρθρωσης. Μέχρι τότε, με προϋπόθεση την έγκαιρη διάγνωση και την πρώιμη θεραπευτική παρέμβαση, μπορούμε να προσπαθήσουμε ύφεση των συμπτωμάτων και εξασφάλιση μιας καλύτερης ποιότητας ζωής στους ασθενείς.

 

           

           Αναλόγως του ιστορικού, της κλινικής εξέτασης και των εργαστηριακών εξετάσεων συστήνονται έλεγχος του σωματικού βάρους και των καταπονήσεων, ασκήσεις και αναλγητικά, όπως παρακεταμόλη, ήπια οπιοειδή και κυρίως μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), τοπικά ή συστηματικά, αλλά και φάρμακα για τον χρόνιο πόνο, όπως η ντουλοξετίνη και η πρεγκαμπαλίνη. Όσο η νόσος εξελίσσεται μπορούν να χορηγηθούν ενδοαρθρικώς κορτικοειδή, τα οποία ωστόσο δεν συστήνονται ως μακροπρόθεσμη στρατηγική θεραπείας, καθώς τα οφέλη τους έχουν μικρή διάρκεια, ενώ μπορεί να έχουν αρνητικές επιδράσεις σε ασθενείς με συννοσηρότητες, όπως η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης. Τις τελευταίες δεκαετίες χρησιμοποιούνται επίσης οι εγχύσεις υαλουρονικού οξέος, αυτόλογου πλάσματος πλούσιου σε αιμοπετάλια και βλαστοκυττάρων, για την ανακούφιση των συμπτωμάτων και την καθυστέρηση της αναγκαιότητας ολικής αρθροπλαστικής.

 


 

Οι ενδοαρθρικές ενέσεις κορτιζόνης (βηταμεθαζόνης, τριαμσινολόνης, δεξαμεθαζόνης) είναι χρήσιμες στον έλεγχο του πόνου στην οξεία φλεγμονώδη αρθρίτιδα, κρυσταλλογενή ή αυτοάνοση, καθώς και στις κρίσεις ΟΑ. Ωστόσο υπήρχε πάντα αμφιβολία μήπως επιταχύνουν σε βάθος χρόνου την φθορά της άρθρωσης, παρότι θεωρητικά θα μπορούσαν να μειώσουν το ρυθμό απώλειας του χόνδρου και των άλλων δομικών εκδηλώσεων της οστεοαρθρίτιδας, καθώς η καταστολή της φλεγμονής θα μπορούσε να μετριάσει τις καταβολικές της επιδράσεις και να μειώσει τις αρθρικές βλάβες.

Η ένεση κορτιζόνης σε άρθρωση με υμενίτιδα, η οποία μπορεί να επαναληφθεί μετά από 4-6 εβδομάδες, χωρίς όμως να ξεπερνιέται ο αριθμός των 3-4 το έτος, δεν φαίνεται να προκαλεί βλάβη στον αρθρικό χόνδρο, αντίθετα μειώνει τη φλεγμονή για τουλάχιστον 2-4 εβδομάδες έως και 2-3 μήνες συμβάλλοντας έτσι στον περιορισμό της καταστροφής που μπορεί να προκαλέσει η παράτασή της, ενώ παράλληλα δίδεται η ευκαιρία να δράσουν θεραπείες, όπως οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις σαν τη φυσικοθεραπεία.

Το υαλουρονικό οξύ (ΥΟ), δομικό μόριο του αρθρικού χόνδρου, αποτελεί το κύριο συστατικό του αρθρικού υγρού, όπου λειτουργεί σαν λιπαντικό, απορροφά τους κραδασμούς και τροποποιεί τη φλεγμονώδη αντίδραση προστατεύοντας τον αρθρικό χόνδρο και διατηρώντας την λειτουργικότητα της άρθρωσης. Όμως, με την πάροδο της ηλικίας, αλλά και υπό την επίδραση διαφόρων εξωγενών παραγόντων, ελαττώνεται η παραγωγή και το μοριακό βάρος (ΜΒ) του με αποτέλεσμα να μην προστατεύεται επαρκώς η άρθρωση προκαλώντας εκφυλιστικές αλλοιώσεις και ΟΑ. Η χορήγηση, δηλαδή, ΥΟ ενδοαρθρικώς μπορεί να θεωρηθεί ως θεραπεία υποκατάστασης (viscosupplementation), αφού το ΥΟ υποστηρίζει μηχανικά και βιολογικά την άρθρωση, ενώ δρα επί μακρόν, επειδή διεγείρει τα εκκριτικά κύτταρα του αρθρικού υμένα ώστε να παράγουν νέο ΥΟ και πέραν του φυσιολογικού χρόνου ημιζωής του φαρμάκου.

Τα θεωρητικά οφέλη σχετίζονται με τον έλεγχο της ήπιας φλεγμονής, τη λίπανση, τη βελτιωμένη εμβιομηχανική, τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων, τη διαφοροποίηση, τη μετανάστευση και την ενισχυμένη βιοσύνθεση και έκκριση πρωτεϊνών.

Οι εγχύσεις ΥΟ χρησιμοποιούνται ευρύτατα στη θεραπεία της ΟΑ, ιδίως των γονάτων, προσδοκώντας βελτίωση του πόνου και της κινητικότητας για τους επόμενους 1-6 μήνες, ιδίως με τις επαναλαμβανόμενες 2-5 εγχύσεις εβδομαδιαίως. Πρόκειται για μια τεράστια αγορά, όμως η αποτελεσματικότητά τους παραμένει πεδίο διαφωνίας και γι’ αυτό και οι περισσότερες επιστημονικές εταιρείες δεν τις περιλαμβάνουν στις συστάσεις τους.

Υπάρχει μια σειρά προϊόντων ΥΟ που διαφέρουν ως προς την παρασκευή, το ΜΒ, τα ρεολογικά χαρακτηριστικά και τη συγκέντρωση, και διαφορετικά σκευάσματα που θεωρούνται πιο κατάλληλα για ορισμένες αρθρώσεις και συγκεκριμένους πληθυσμούς ασθενών, πχ αθλητές. Έτσι, έχουν αναπτυχθεί ΥΟ μεγάλου και μικρού ΜΒ, συνεργατικά σύμπλοκα, όπως ΥΟ συν χονδροϊτίνη και άλλα δομικά συστατικά της άρθρωσης, που μιμούνται περισσότερο τη φυσιολογική σύνθεση του αρθρικού υγρού, τα οποία προς το παρόν δεν έχουν την κλινική εκείνη τεκμηρίωση, ώστε να τα υιοθετήσουμε ευρέως στην καθημερινή μας πρακτική. Υαλουρονικά μεγάλου ΜΒ (one shot) που προτείνονται σε αραιότερα χρονικά διαστήματα δεν έχουν αποδείξει μακροχρόνια μεγαλύτερο κλινικό όφελος από ότι αυτά με 1.000.000 D, ίσως όμως είναι πιο βολικά για τους ασθενείς. Μερικές φορές τα ΥΟ, ιδίως αυτά με μεγαλύτερο ΜΒ, μπορεί να προκαλέσουν προσωρινή υμενίτιδα με πόνο και δυσκαμψία ολίγων ημερών.

Παρά τον αυξανόμενο αριθμό νέων παραγώγων ΥΟ για τη θεραπεία ορθοπαιδικών παθήσεων, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την κατανόηση των παραγόντων που συμβάλλουν στην αποκατάσταση του μυοσκελετικού ιστού.

Η ενδοαρθρική έγχυση υδρογέλης πολυακρυλαμιδίου έχει επίσης δοκιμαστεί ως θεραπεία στη συμπτωματική ΟΑ με καλά κλινικά αποτελέσματα.

Η θεραπεία με αυτόλογο πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια (PRP) ανήκει στις θεραπείες εκείνες (Orthobiologics) που βοηθάνε τον οργανισμό να αντιμετωπίζει «ιδίαις δαπάναις» τις βλάβες του και να αυτοδιορθώνεται.

Ως γνωστόν, τα αιμοπετάλια είναι κύτταρα του αίματος που συμμετέχουν στην πήξη του. Το PRP είναι ουσιαστικά ένας πυκνός χυμός κυττάρων, αυξητικών παραγόντων και μεσολαβητών της φλεγμονής με αναβολικές και αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις, που παρέχει τη δυνατότητα αποκατάστασης των βλαβών πασχόντων μαλακών μορίων και αρθρικού χόνδρου, ευοδώνει την επούλωση, προλαμβάνει την εκφύλιση, μειώνει τον πόνο και επιταχύνει τη λειτουργικότητα.

Το PRP επίσης διεγείρει τα βλαστοκύτταρα ώστε να διαφοροποιηθούν στον τύπο του πάσχοντος ιστού και μπορεί να λειτουργεί ως ικρίωμα μέσω της ικανότητας του ινωδογόνου να σχηματίζει πλέγματα και να συμπληρώνει βλάβες και ελλείμματα συμβάλλοντας στη φυσιολογική αναγέννηση και επούλωση. Η αναλγητική του δράση επιτυγχάνεται μέσω του ελέγχου της φλεγμονώδους αντίδρασης, αλλά και των πρωτεασών που ενεργοποιούν απευθείας τον υποδοχέα 4 στους αλγαισθητικούς νευρώνες.

Χρησιμοποιείται στην επούλωση οξέων και χρόνιων μυοσκελετικών παθήσεων ανακουφίζοντας από οξύ και χρόνιο πόνο και βελτιώνοντας τη λειτουργικότητα σε παθήσεις των μαλακών μορίων όπως μυϊκές θλάσεις, κακώσεις συνδέσμων, τενοντοπάθειες, δερματικές βλάβες και περιοδοντικές παθήσεις. Το PRP επίσης βοηθά στην αποκατάσταση της βλάβης του αρθρικού χόνδρου, αποτρέπει την εκφύλιση και μειώνει τον πόνο και χρησιμεύει στην πλήρωση χόνδρινων ελλειμμάτων και στη θεραπεία της αρχόμενης ΟΑ.

Τα αιμοπετάλια συνεχίζουν την παραγωγή και έκκριση των αυξητικών παραγόντων περίπου για τις πρώτες 7 ημέρες, οπότε το έργο τους συνεχίζεται από τα μακροφάγα κύτταρα. Γι’ αυτό και η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί μετά από μία εβδομάδα και ανάλογα τη βαρύτητα της πάθησης μπορεί να γίνουν 1-5 εγχύσεις.

Αναλόγως της πάθησης επιλέγεται μία από τις 4 περιεκτικότητες, ανάλογα εάν εμπεριέχονται λευκοκύτταρα και ινώδες (P-PRP, L-PRP, P-PRF & L-PRF). Στην ΟΑ η προτεινόμενη χορήγηση είναι 3 εγχύσεις, συνήθως η δεύτερη σε μια εβδομάδα και η τρίτη μετά από 2-3. Σε βλάβες, όπως π.χ. ελλείμματα δέρματος, ούλων, ή άλλων βλεννογόνων μπορεί να τοποθετηθεί σε μορφή γέλης, αμέσως όπως λαμβάνεται μετά τη φυγοκέντρηση ενώ δεν έχει χρησιμοποιηθεί το ειδικό αντιπηκτικό ή αφού τοποθετηθεί σε ειδικό ικρίωμα.

Όσο διευρύνεται η χρήση του PRP τόσο θα μεγαλώνουν και οι επιστημονικές προκλήσεις, καθώς εάν θέλουμε πράγματι να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητά του θα πρέπει η θεραπευτική μας στρατηγική να βασίζεται όσο περισσότερο γίνεται στην παθοφυσιολογική κατάσταση της συγκεκριμένης πάθησης που αντιμετωπίζουμε κάθε φορά.

Ο ρόλος για παράδειγμα των λευκών αιμοσφαιρίων στο συμπύκνωμα έχει σημασία καθώς η συμμετοχή τους μπορεί να καθυστερήσει την επούλωση, όπως πχ στα τενόντια κύτταρα, καθώς προκαλεί καταβολικές και φλεγμονώδεις επιδράσεις, ενώ εάν χρησιμοποιηθεί PRP χωρίς λευκά στις οξείες κακώσεις λόγω της έντονης αναβολικής δυναμικής του μπορεί να προκληθεί μεγαλύτερη ουλή, η οποία είναι ανεπιθύμητη. Στις πρόσφατες κακώσεις λοιπόν φαίνεται πως θα ήταν χρησιμότερη η χρήση των L-PRP (leukocyte) και στις υποξείες P-PRP (pure).

Με την ίδια λογική η κατανόηση του ρόλου κάθε παράγοντα ανάπτυξης (GF: growth factor) είναι απαραίτητη ώστε να γίνεται πιο στοχευμένη θεραπεία μας έτσι ώστε τα πλέον χρήσιμα συστατικά του PRP να χρησιμοποιηθούν στην κατάλληλη θέση και χρονική περίοδο, αφού κάποιοι GF μπορεί να είναι ευεργετικοί σε ορισμένες εφαρμογές και επιβλαβείς σε άλλες. Όπως για παράδειγμα, η διαδικασία ίνωσης που ευοδώνεται από τις επιδράσεις του TGF-β μπορεί να είναι ωφέλιμη στη θεραπεία συνδέσμων και τενόντων, αλλά να επηρεάζουν αρνητικά την επούλωση της μυϊκής θλάσης. Ο αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας (VEGF) βοηθάει μεν στην νεοαγγειογένεση και την αναγέννηση των μυών, μπορεί όμως να είναι επιζήμιος στην επούλωση του αρθρικού χόνδρου. Οι κυτταροκίνες άλλωστε μπορεί να δρουν μέσω αντικρουόμενων παθοφυσιολογικών μονοπατιών. Συνεπώς η ακριβής εκτίμηση του εξελισσόμενου μικροπεριβάλλοντος της συγκεκριμένης πάθησης στο καίριο χρονικό σημείο είναι σημαντική για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Οι κύριες συστάσεις για τις ενδοαρθρικές ενέσεις PRP που παρουσιάστηκαν από τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο κατά του Ρευματισμού (EULAR) είναι οι εξής: Οι ενέσεις PRP αποτελούν αποτελεσματική θεραπεία στην αρχόμενη ή τη μέτρια συμπτωματική ΟΑ. Μπορεί ωστόσο να είναι χρήσιμες στην σοβαρή ΟΑ. Προτείνονται ως δεύτερη γραμμή μετά από αποτυχία της συνήθους συμπτωματικής θεραπείας. Δεν θα πρέπει να γίνονται κατά τις εξάρσεις της ΟΑ με σημαντική συλλογή υγρού. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει 1 έως 3 διαδοχικές ενέσεις. Θα πρέπει να προτιμάται το P-PRP (πτωχό σε λευκοκύτταρα) και δεν θα πρέπει να αναμιγνύεται με ενέσιμο αναισθητικό ή κορτικοστεροειδές.

Τα τελευταία χρόνια, ο ρόλος των βλαστοκυττάρων (MSCs: Mesenchymal Stem Cells) έχει παρουσιάσει σημαντική εξέλιξη, ιδιαίτερα στην αναγεννητική ιατρική και τη θεραπεία της ΟΑ, ιδίως του γόνατος και του ισχίου.

Η παρουσία τους σε όλο το σώμα υποδηλώνει τον εγγενή τους ρόλο στην επισκευή και αναγέννηση των ιστών. Η ικανότητά τους να μεταναστεύουν σε περιοχές τραυματισμού, να αναστέλλουν υπερφλεγμονώδη παθοφυσιολογικά μονοπάτια, να προάγουν την αποκατάσταση ιστών μέσω απελευθέρωσης αναβολικών κυτταροκινών αλλά και της άμεσης διαφοροποίησής τους σε εξειδικευμένα κύτταρα χόνδρου και οστού υποστηρίζουν τις ανοσοτροποποιητικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιοτητές τους, επομένως και τη δυναμική τους στη θεραπεία της ΟΑ.

Τα βλαστοκύτταρα μπορούν εύκολα να συλλεχθούν από διάφορους ιστούς όπως ο μυελός των οστών, ο λιπώδης ιστός, ο αρθρικός υμένας και το αμνιακό υγρό και να εγχυθούν άμεσα στην περιοχή της βλάβης χωρίς να χρειαστεί νοσηλεία.

Τα τοπικά αναισθητικά θα πρέπει να χορηγούνται με φειδώ ενδοαρθρικά, γιατί μπορεί να προκαλέσουν χονδρόλυση, ιδίως όταν συγχορηγούνται με στεροειδή.

Στην καθημερινή κλινική πράξη, οι εγχύσεις στις επιφανειακές και μεγάλες αρθρώσεις όπως στο γόνατο, τον ώμο και την ποδοκνημική πραγματοποιούνται μέσω συγκεκριμένων σημείων προσπέλασης, ενώ στις εν τω βάθει, όπως στο ισχίο και τις ζυγοαποφυσιακές αρθρώσεις της σπονδυλικής στήλης, μπορεί να απαιτείται καθοδήγηση με υπέρηχο ή άλλη απεικονιστική μέθοδο. Στις μικρές αρθρώσεις μερικές φορές η έγχυση δεν είναι εύκολη, ιδίως επί έκδηλων εκφυλιστικών αλλοιώσεων.

Ενέσεις με τοπικό αναισθητικό σε συνδυασμό ή μη με στεροειδές μπορούν να γίνουν επίσης περιαρθρικά σε ορογόνους θυλάκους, τενόντια έλυτρα και γαγγλιακές κύστεις προς ανακούφιση από τη φλεγμονή και τον πόνο, αλλά και άλλα μαλακά μόρια όπως στα trigger points των μυϊκών απονευρώσεων και πέριξ των νεύρων. Τα τρυπήματα με ξηρά βελόνη, ένεση δηλαδή χωρίς φάρμακο, επίσης έχουν δείξει ευνοϊκή επίδραση στην επούλωση των τενόντων και τη λύση των trigger points. Δόκιμη είναι επίσης η συγχορήγηση στεροειδούς και ΥΟ, όπως επίσης ΥΟ και PRP.

Συμπερασματικά, σε μια νόσο που διατρέχει χρονίως, όπως η ΟΑ, η κατάλληλη χρήση των θεραπευτικών δυνατοτήτων είναι κρίσιμη για τον κάθε ασθενή ξεχωριστά. Η τρέχουσα βιβλιογραφία και η εμπειρία μας δείχνουν ότι οι ενδοαρθρικές ενέσεις είναι ασφαλείς με ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως αρθραλγία και οίδημα και ακόμα σπανιότερα επιμόλυνση και έχουν θετικά αποτελέσματα στην ικανοποίηση των ασθενών.

Η ενδοαρθρική χορήγηση κορτιζόνης έχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, είναι όμως η καλύτερη επιλογή στην κρίση της ΟΑ με ύδραρθρο που επιμένει παρά τη χρήση των ΜΣΑΦ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εμφανές λόγω της υποχώρησης της φλεγμονής και του υδράρθρου. Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των λοιπών εγχύσεων βασιζόμαστε κυρίως στις αναφορές των ασθενών και πράγματι αρκετές φορές δεν είμαστε σίγουροι ότι το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει λόγω της τροποποίησης της νόσου ή λόγω φαινόμενου placebo. Ωστόσο, το PRP και τα βλαστοκύτταρα φαίνεται να δρούν καλύτερα σε ασθενείς κάτω των 60 ετών, με ήπια ΟΑ, ενώ στους μεγαλύτερους ή εκείνους με πιο προχωρημένη ΟΑ, που δεν επιθυμούν να χειρουργηθούν, καλύτερα να γίνεται ΥΟ ή συνδυασμός. Ειδικά στην ΟΑ του γόνατος και των άλλων στηρικτικών αρθρώσεων προτιμώνται το PRP και τα βλαστοκύτταρα στους ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος <30, ενώ η χορήγηση ΥΟ είναι πιο χρήσιμη στους υπέρβαρους ή εκείνους με αξονικές διαταραχές.

 https://eexot-journal.com/index.php/aoet/issue/view/32/18